Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Εναλλακτική πρόταση

το ίδιο κείμενο υπάρχει και στον Νείλο:
http://aigyptiotismos.blogspot.com/

Από την ημέρα που στο Νείλο αναρτήθηκε η σφυγμομέτρηση για τον της συνάντησης των μελών τη; ομάδας Αιγυπτιωτών, ψήφησαν μόλις 31 άτομα. Στην πρόσκληση να δηλώσουν που βρίσκεται ο καθένας ανταποκρίθηκαν ακόμα λιγότεροι συμπατριώτες. Στα μηνύματα που ανταλλάσσονται μέσα από Facebook, συμμετέχουν λιγότεροι από είκοσι.
Από αυτά τα νούμερα συμπεραίνω πως δεν είναι η επιτυχία του εγχειρήματος ανάλογη με τις προσδοκίες μας. Καταθέτω σήμερα μια εναλλακτική πρόταση, και περιμένω και τις απόψεις όλων σας, σε μια συζήτηση που θα έχει τον τίτλο «Εναλλακτική πρόταση».
Πρώτα απευθύνομαι στου μακράν της Ελλάδας και ειδικά της Αθήνας κατοικούντες. Προμηθευτείτε μια web camera, και στη διάρκεια του καλοκαιριού εξοικειωθείτε στην χρήση της. Το πρόγραμμα που προκρίνω είναι το Google earth. Είναι δωρεάν, όπως και τα παρεμφερή που προσφέρουν εικόνα και ήχο. Είναι το πλέον εύχρηστο, και δεν απαιτεί παρά μόνο ένα ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του Google, “Gmail”.
Θα δηλώσετε συμμετοχή, και με ποια συγκεκριμένα άτομα θέλετε να μιλήσετε. Θα υπάρχει στον ορισμένο τόπο της συνάντησης, σύνδεση κατάλληλη, και διαδοχικά θα έχουμε οπτική επαφή και λόγο, που θα προβάλλεται στον τοίχο και θα είναι εις ευήκοον πάντων.
Κάνω αυτήν την πρόταση, διότι αντιλαμβάνομαι την δυσκολία, ενός ταξιδιού από την Αίγυπτο την Αυστραλία, τον Καναδά, την Κύπρο, την Δανία, την Γαλλία και όπου τέλος πάντων κατοικεί ο καθένας συμπατριώτης.
Περιμένω απόψεις

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Τα γενέθλια

Μεγάλη εορτή και σχόλη σήμερα των Αγίων Πάντων, βρέθηκα και εγώ σε ένα πανηγύρι στο νησί μας. Άρχισε ήδη το καλοκαίρι με τα πανηγύρια του. Στην Σάμο υπάρχουν παραπάνω από 700 ναοί μικροί και μεγάλοι και ο καθένας με την σειρά του έχει την τιμητική του μέρα.
Μετά από το καθιερωμένο κέρασμα του καφέ με τους λουκουμάδες, και αφού αραίωσε ο πολύς κόσμος, προσφέρθηκε κι άλλο κέρασμα, αυτή την φορά από ένα κορίτσι, με το οποίο ως συνήθως προσπάθησα να πιάσω κουβέντα. Πρόκειται για ένα παιδί που δεν έχει τελειώσει ακόμα το δημοτικό.
-χρόνια πολλά, απήντησα στο κέρασμα, -πως σε λένε;
-Πουλχερία
-ωραίο όνομα έχεις, σε φωνάζουν Ρία;
-όχι βέβαια, ο Παπάς με βάπτισε Πουλχερία, αντέδρασε.
-καλά λέω μην θυμώνεις, γιορτάζει σήμερα και κερνάς; Των Αγίων Πάντων;
-όχι εορτάζω στις 10 Σεπτεμβρίου, σήμερα έχω γενέθλια.
-γεννήθηκες δηλαδή στις 30 Μαΐου;
-όχι, τρίτο όχι αυτή την φορά ανεκτικό και νευριασμένο, -σαν σήμερα Αγίων Πάντων βαπτίστηκα. Και πριν προλάβω να ξαναρωτήσω κάτι, έσπευσε να φύγει, πιστεύω, απορημένο με την άγνοια μου, ή την αδιακρισία μου.
Συνέχισε να κερνά τους υπόλοιπους πανηγυριστές, ενώ ο διπλανός μου χαμογέλασε συγκαταβατικά, -ξέρεις είναι Γεωργιανοί, άλλος κόσμος άλλα μυαλά. Στην παρατήρηση μου πως έχει απόλυτο δίκιο, του κακοφάνηκε και ξίνισε λίγο τα μούτρα του, εμένα όμως μου έδωσε το σημερινό θέμα.

Τι σημαίνει γενέθλια; Η Εκκλησία μας τιμά και εορτάζει μόνο τρία Γενέθλια, του Χριστού, της Παναγίας και του Τιμίου Προδρόμου. Όλες οι άλλες εορτές είναι, μνήμη του μαρτυρικού ή όποιου άλλου είδους θανάτου που επήλθε. Με άλλα λόγια η εορτή είναι το μνημόσυνο του Αγίου, του οποίου ψέλνομε (άδουμε) τα κατορθώματα του.
Μου έλεγε παλιά ένας καλός φίλος και Ιεραπόστολος στην Αφρική, πως υπάρχουν σε κάποια μέρη, ορισμένες φυλές, πού όταν έρθει στον κόσμο παιδί παραδόξως δεν χαίρονται και δεν πανηγυρίζουν, αλλά θλίβονται και πενθούν. Οι συγγενείς μαζεύονται στο σπίτι του νεογέννητου παιδιού, μοιρολογούν και λένε: «το καημένο το παιδάκι! Σε τι κόσμο γεννήθηκε! Τι το περιμένει! Τι στενοχώριες! Τι αγωνίες! Τι βάσανα! Τι αρρώστιες! Και μετά; Ο . . θάνατος! Τροφή για τα σκουλήκια!»
Και πάλι όταν πεθαίνει, τότε χαίρονται! Δοξολογούν το θεό τους, που τον λύτρωσε απ’ αυτόν το παλιόκοσμο! Και ησύχασε επιτέλους. . .
Αψυχολόγητες (για μας) συνήθειες! Αν είναι δυνατόν να θλίβεσαι και να κλαίς, όταν γίνεσαι γονιός, και να χαίρεσαι, όταν χάνεις το παιδί σου!
Όμως: μήπως μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, υπάρχει κάποια δόση αληθείας; Μήπως αυτοί οι άνθρωποι έχουν δίκιο;
Αν πράγματι ο άνθρωπος γεννιέται για να μαστίζεται από τις στεναχώριες, την μοναξιά, την πλήξη, το άγχος, τις αγωνίες, τις αρρώστιες . . . .καλλίτερα να μην γεννιέται!
Για τους χριστιανούς, που βαπτίστηκαν στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος υπάρχει και μια άλλη γέννηση, είσοδο σε μια άλλη ζωή, την Αληθινή Ζωή, που δίνει νόημα στην παρούσα άχρωμη ζωή, που δεν καταλήγει στον θάνατο, αλλά μέσου του θανάτου οδηγεί τον άνθρωπο στην Αθάνατη και Αιώνια Ζωή, ¨ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός¨.
Με άλλα λόγια υπάρχουν δύο ειδών γεννήσεις: η σαρκική και η πνευματική.
Με την πρώτη εισερχόμαστε στην επίγεια βιολογική ζωή του κόσμου τούτου (που είναι χάρισμα και της αλόγου κτίσεως ερπετών, ζώων, πετεινών κλπ)
Με την δεύτερη εισερχόμεθα στην ουράνια πνευματική ζωή.
Ασφαλώς ανώτερη είναι η πνευματική ζωή, και όχι η βιολογική, που είναι (ξαναλέω) προνόμιο και των αλόγων όντων! Και άρα για τους ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ανώτερη είναι η πνευματική γέννηση (η Βάπτιση) και όχι η σαρκική.
Ο Μέγας Βασίλειος γράφει κάπου, περί του Αγίου Πνεύματος, «Ει γαρ αρχή μοι ζωή το βάπτισμα, και πρώτη ημερών εκείνη η της παλιγγενεσίας ημέρα», θεωρεί δηλαδή την ημέρα της βαπτίσεως ως πρώτη της ζωής Του.
Ακόμα και σήμερα υπάρχουν Αγιορείτες Μοναχοί, που κάνοντας ένα ακόμη βήμα θεωρούν πρώτη ημέρα της ζωή τους, την ημέρα της κουράς τους, (χειροθεσίας), και στο αδιάκριτο ερώτημα, πόσων χρονών είσαι; Λογαριάζουν τα χρόνια της υπακοής μονάχα.
Παλιά, οι γονείς μας, οι παππούδες μας γιόρταζαν με χαρά και καμάρι την ονομαστική τους εορτή. (αυτή που έχει σχέση με το βάπτισμα).
Την γιόρταζαν μάλιστα όχι κοσμικά, αλλά πνευματικά, εκκλησιαστικά. Στο σπίτι η νοικοκυρά ετοίμαζε την «λειτουργιά».
Ο εορταζόμενος ανήμερα της γιορτής του εκκλησιαζότανε. Ήταν αδιανόητο την ημέρα αυτή μα μείνει αλειτούργητος.
Αντίστροφα στην Ευρώπη και στην Αμερική η ονομαστική εορτή γιορτάζεται υποτονικά ή καθόλου, ενώ τα γενέθλια, η είσοδος στην βιολογική ζωή του κόσμου τούτου γιορτάζονται πανηγυρικά, με δώρα ευχές και τραγούδια..
Τώρα τα «γενέθλια» έχουν εισβάλει για καλά στο σώμα της Ελληνικής κοινωνίας! Τείνουν στην Πατρίδα μας να περιθωριοποιήσουν ή και να εξαφανίσουν την ονομαστική εορτή που μύριζε λιβάνι.

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Αλήθειες

Πριν από λίγο καιρό πειράζοντας όπως συνηθίζω κάποιο παιδάκι, του λέω «θα σε φάω», και εκείνο σηκώνοντας το μανίκι του, απαντά με εκείνη την αθωότητα που έχουν τα παιδιά των 5-6 χρόνων, «είμαι αδύνατος ακόμα, περίμενε να χοντρύνω και μετά».
Κατέγραψα αυτήν την απάντηση στο μυαλό μου, ως έξυπνη και χαριτωμένη. Δεν θα ασχολιόμουν με αυτή, αν δεν έπαιρνα μια εξ ίσου έξυπνη και διπλωματική απάντηση από ένα άλλο παιδάκι. Ο πράγματι απολαυστικός διάλογος έχει ως εξής:
-τι θα γίνεις άμα μεγαλώσεις;
-μεγάλος
-καλά μεγάλος, τι άλλο θα γίνεις;
-μπαμπάς
-εκτός από μεγάλος και μπαμπάς τι άλλο;
-τίποτα
-πως τίποτα, δεν θέλεις γιατρός, αεροπόρος, παπάς; Επέμενα εγώ
-άσε με πρώτα να μεγαλώσω και τα ξαναλέμε.
Το παιδάκι αυτό ήταν 5-6 ετών. Αυτός ο διάλογος φανερώνει μια ευστροφία του μυαλού του, αλλά και μια απαισιοδοξία, μια αβεβαιότητα αν θα μεγαλώσει. Και σίγουρα δεν εκφράζει μόνο αυτό και ούτε και εγώ αναφέρομε στο συγκεκριμένο άτομο.
Έχει η δική μας ανασφάλεια καταλάβει και τα παιδιά. Όχι μόνο εκείνα που βρίσκονται στην αρχή της ενηλικίωσης, αλλά και τα πολύ μικρά. Φαινόμενο της εποχής, η πολύ εξυπνάδα να έχει για συντροφιά την απαισιοδοξία.
Κάποια χρόνια νωρίτερα, το παιδί έκανε σχέδια από πολύ νωρίς, και έψαχνε δικαιολογία, όταν για κάποιον λόγο τα άλλαζε. Ήθελε να είναι τακτοποιημένο συνειδησιακά. Είχε άραγε δίκιο;
Αν κοιτάξουμε προσεκτικά στον περίγυρο μας, θα δούμε ένα σωρό ανθρώπους, που άλλα στοχεύανε, άλλα σπουδάσανε και τελικά αλλού προκόψανε. Που πήγαν άραγε τα όνειρα αυτών των ανθρώπων;
Τα ταλέντα του κάθε ανθρώπου φανερώνονται καθ’ όλη διάρκεια της ζωής του. Οι βιοτικές ανάγκες όμως, επιτακτικά του τα θάβουν. Και μένει η πίκρα και ο καημός, που κυρίως στους μεσήλικες έρχεται με την μορφή του ελέγχου. «τι έκανα στην ζωή μου;»
Τότε χρειάζεται η αυτοσυνείδηση, και το θάρρος να πούμε «επέζησα». Δεν έγινα βιομήχανος, δεν έγινα αεροπόρος, έγινα όμως οικογενειάρχης, έγινα δένδρο που έβγαλε κλαδιά, και αν ο κορμός δεν βγάζει καρπούς τα κλαδιά το κάνουν.
Στην εποχή μας δυστυχώς απογοητευόμαστε ευκολότερα από το παρελθόν, και προσπαθούμε λιγότερο.
Ο αγρότης σήμερα που δεν διαθέτει τρακτέρ, θα έχει σκαφτική μηχανή. Αν είναι χαλασμένη, δεν πιάνει την τσάπα μέχρι να την φτιάξει. Ξέμαθε την χρήση της, ή μάλλον είναι πολύ κουραστικό το σκάψιμο με την τσάπα και το αποφεύγει. Η χρήση της όμως, είναι καθημερινή στα χέρια του κηπουρού, και ο κηπουρός βγάζει λουλούδια από τον κόπο αυτό.
Συμπέρασμα, τα λουλούδια θέλουν πολύ κόπο και μεράκι, αλλά δεν τρώγονται.

Φθινοπωρινές Αναζητήσεις

Μπροστά στον καφενέ, με τη μαγκούρα να τον συντροφεύει, ο γέροντας αγνάντευε πέρα από τον πλάτανο. Ίσως και να ονειρευόταν. Το βλέμμα πίσω από τα χοντρά γυαλιά του δυσδιάκριτο, έμοιαζε απλανές, νόμιζε κανείς πως ίσως και να μην έβλεπε. Κόντευε τα ενενήντα, μάζευε ήλιο τούτες τις ζεστές ακόμη φθινοπωρινές μέρες για το χειμώνα που έπεφτε βαρύς στ' αγαπημένα του κορφοβούνια. Είχε περάσει καιρός από τότε που τα πόδια του βάρυναν. Δεν είχε πια τις αντοχές να κινείται με ευκολία και του άρεσε να αράζει εκεί στον καφενέ, να χαζεύει τα γύρω του, όπως εξηγούσε στον διαπορούντα περαστικό που τον προσέγγισε, μιας και δεν είδε άλλον άνθρωπο νωρίς εκείνο το πρωινό στο χωριό.
Αποσπούσαν την προσοχή του απλά πράγματα, ένα θρόισμα του αέρα, το πέταγμα ενός πουλιού ή ενός εντόμου, ένας ήχος ή ακόμη και τίποτε, όταν τον παρέσυρε το πνεύμα και οι οφθαλμοί απλώς έμεναν ακίνητοι, κατακτημένοι από τις σκέψεις ή τις αναπολήσεις. «Είναι η ευτυχία μου αυτή», θα εξομολογηθεί στον άγνωστο, που γοητεύθηκε από το ύφος, τον τρόπο και την ομιλία του γέροντα. Αστός, της πόλης εκείνος, μπερδεμένος από τα πολλά φθινοπωρινά, από εκείνα που κάθε Σεπτέμβρη ταράζουν τους ανθρώπους και τους ξαναβάζουν στο σκληρό παιχνίδι της αστικής καθημερινότητας, που το καλοκαίρι λασκάρει και δημιουργεί ψευδαισθήσεις ότι η ζωή μπορεί να είναι και αλλιώς. Στάθηκε όμως στον καφενέ. Είδε στο ήρεμο γεροντικό πρόσωπο το αντίδοτο του δικού του αναστατωμένου βίου και αναζήτησε απαντήσεις.
«Θες να βρεις την ευτυχία, ξένε μου. Δεν ξέρω που να σε στείλω, μα θα σου πω που τη βρήκα εγώ. Εδώ μεγάλωσα, σ' αυτό το χωριουδάκι. Έφυγα ελάχιστες φορές, όταν υπήρχε απόλυτη ανάγκη και οι περιστάσεις το επέβαλαν. Εδώ, ανάμεσα σ' αυτές τις πλαγιές, πέρασα τα χρόνια μου, δουλεύοντας στα χτήματα. Πότε στο όργωμα, άλλοτε στο σκάλο, μετά στο θερισμό, στον τρύγο, κόβοντας ξύλα ή φροντίζοντας τα ζώα. Παλεύοντας με τη φύση, στα καλά και στ' άσχημά της, με λίγα, με εκείνα που είχαμε. Δικό μας το ψωμί, δικά μας τα κηπευτικά, τα φασόλια, τα ρεβύθια, οι φακές, το κρασί απ' τ' αμπέλια μας, το γάλα, το τυρί, το βούτυρο αγνά, απ' τα ζωντανά μας. Καθαρά, ξένε μου, χωρίς φάρμακα, χωρίς ορμόνες, με γεύση κανονική, σε μέγεθος σωστό, όπως τα φτιάχνει ο καιρός, όπως τα μεγαλώνει το χορτάρι και ο ήλιος. Λεφτά δεν είχαμε ποτέ πολλά. Δεν μας έλειψαν κιόλας ούτε που και τα ζηλέψαμε.
Τα παιδιά, έξι ζωή να 'χουνε, τα αναθρέψαμε καλά, πήγανε στα σχολεία, πρόκοψαν. Είναι στην πόλη, έχουν αμάξια, σπίτια, δουλειές, αλλά να σου πω την αλήθεια στενοχωριέμαι. Τα βλέπω σαν κι εσένα, όλο έγνοιες και σκοτούρες και σκέφτομαι αν έκανα καλά και δεν τους κράτησα εδώ. Αρχόντοι θα ήταν τώρα. Θα είχανε το χωριό δικό τους, αν κράταγαν και τα δικά μου χούγια, νοικοκυραίοι μεγάλοι θα γινόντανε. Να σου πω το μυστικό ποιο είναι. Απλή ζωή, περπάτημα πολύ, δουλειά χειρωνακτική, αλλά με σύστημα και αγάπη. Όχι το έργο για το έργο. Με μεράκι το όργωμα. Το κλάδεμα με πόνο για τ' αμπέλι, ο σκάλος μερακλήδικος, τα ζώα με αγάπη και υπομονή. Και τους ανθρώπους με καλοσύνη. Μη σε πιάνουν εγωισμοί και οι φανατισμοί. Δώσε, άμα θες να πάρεις. Και τέλος πάντων, δώσε τόπο στην οργή, όλα έχουν την εξήγησή τους. Αμα γνωρίζεις, μπορείς και να κατανοείς τον κόσμο καλύτερα. Και να ξέρεις πως τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία, ούτε και τα αξιώματα. Ο απλός βίος και η ανεκτικότητα δίνουν τη χαρά. Αυτή γεμίζει τη ζωή.
«Να 'σαι καλά γέροντα», είπε ο φθινοπωρινός επισκέπτης, έμεινε για λίγο σιωπηλός, το βλέμμα έψαξε πέρα από τον πλάτανο μήπως και δει αυτό που κοιτούσε ο γέροντας, αλλά δεν τα κατάφερε. Σηκώθηκε, χαιρέτησε ξανά, μπήκε στο αμάξι και κατηφόρισε για να ξανάβρει τον κόσμο του, που δεν μπορούσε να αρνηθεί ούτε να ξεπεράσει...

απο περιοδικό της ΙΜΣΙ

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

ο πρεσβύτερος υιός π.Μωυσής

Η υπεσχημένη συνέχεια του Μοναχού Μωυσέως σήμερα, με απόσπασμα από τον πρεσβύτερο υιό. Αφορά εκείνους που νομίζουν ότι είναι όντως εντάξει και δεν το ψάχνουν καθόλου!

"Ο πρεσβύτερος υιός είχε κάποια καλά χαρίσματα. Δεν είχε όμως αγάπη. Η βασική αυτή έλλειψη τούκλεβε και το κέρδος των καλών του. Άνθρωπος του Θεού δίχως αγάπη δεν υπάρχει. Πίστη και καθαρός βίος δεν αρκούν δίχως την αγάπη. Η έλλειψη αγάπης έκανε τον μεγαλύτερο αδελφό να μην χαίρεται που βρέθηκε ένας χαμένος και αναστήθηκε ένας νεκρός ο αδελφός του. Τα βάζει με το ίδιο τον πατέρα του. Το θεωρεί σπάταλο, υπερβολικό, απλοχέρη και μονομερή. Θέλει να κάνει ότι θέλει τον πατέρα του. Δεν θέλει να καθοδηγείται, θέλει μόνο να καθοδηγεί. Δεν υποπτεύεται ότι έχει ο ίδιος ανάγκη μετανοίας, ότι έχει ανάγκη αγάπης, γιατί αν ο Θεός του φερθεί αυστηρά θα πρέπει να καταποντιστεί.
Λησμονά ο δυστυχισμένος πρεσβύτερος υιός ότι ο πατέρας του είναι η όντως αγάπη, η αυτό-αγάπη η ατυοαγαθότητα. Και η δικαιοσύνη του είναι διαφορετική από των ανθρώπων. Δεν έχει καταλάβει καλά τόσα χρόνια τι πατέρα έχει.
Συμβαίνει μερικές φορές, να ζούμε χρόνια στην Εκκλησία και να μην έχουμε πάρει χαμπάρι για το τι ακριβώς συμβαίνει. Να μένουμε σ’ εξωτερικά σχήματα και τύπους κι ούτε καν να υποψιαζόμαστε το βάθος, την ουσία. Μπορεί κι εμείς να μην ακόμη έχουμε νοιώσει βαθειά στην καρδιά μας ποιανού πατέρα παιδιά είμαστε και μένουμε επιφυλακτικοί, μεμψίμοιροι, σχολαστικοί, απρόσεκτοι κι εντελώς τυπικοί.
Θα ήταν πολύ τολμηρό να ρωτήσω, εμείς με ποιο γιό είμαστε; Με τον νεώτερο ή με τον πρεσβύτερο; Ας ελέγξουμε μόνοι μας, ευθαρσώς και αυστηρώς τον εαυτό μας. Μην βιαστούμε να απαντήσουμε. Μην νομίζετε πως είναι εύκολη η απάντηση. Άλλοτε πάμε από την μια πλευρά και άλλοτε από την άλλη. Κάποτε αντιπροσωπεύουμε ή εκπροσωπούμε τον ένα ή τον άλλο.
Γι αυτό χρειάζεται προσοχή και προσευχή. Να μας φωτίσει ο Θεός να διακρίνουμε την κατάσταση μας.

Υπομονή

Ερώτημα που μου τέθηκε εδώ και μερικές μέρες, από φίλο «μα πόση υπομονή;». σπεύδω να απαντήσω σήμερα με λόγια όχι δικά μου, αλλά του Μεσογαίας και Λαυραιωτικής Νικολάου, από ένα βιβλίο, που εντελώς τυχαία βρέθηκε στα χέρια μου. Τίτλος του, «από το καθημέραν στο καθ’ ομοίωσιν».

«Η αρετή της υπομονής, που πολλές φορές την επικαλούμαστε κυρίως για τους άλλους, είναι πολύ αναγκαία σε μας και εξίσου δύσκολη στον αγώνα της.
Υπομονή δεν είναι η εξ ανάγκηςς αποδοχή των γεγονότων, επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά. Ούτε πάλι η αγχώδης, κατά κάποιο τρόπο, αναμονή μιάς απολύτρωσης από την δοκιμασία που περνούμε. Αλλά υπομονή είναι η μυστική προσδοκία της αποκάλυψης του Θεού στη ζωή μας. Της φανέρωσης του θελήματος Του σε χώρους, χρόνους και συνθήκες που δεν συνηγορεί η λογική και η φύση μας, η ελπιδοφόρα αναμονή της πειστικής μεταμόρφωση της δοκιμασίας σε θεϊκή ευλογία.»

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Ζωολογία εμπειρική

Παίρνοντας αφορμή από ένα σκαντζόχοιρο, που εισέβαλε στην ηλεκτρονική γειτονιά και σε κήπο φίλου, αναφέρομαι σήμερα στην ζωολογία, σύμφωνα με την δική μου προσωπική εμπειρία.
Και βέβαια δεν θα μιλήσω για γάτες, που τις έχω σπουδάσει πάρα πολύ, αλλά για άλλα όντα.
Μένω όπως είναι γνωστό στη εξοχή, και παραθαλάσσια. Πριν από εξ ή επτά χρόνια, φάνηκε ένας σκαντζόχοιρος. Μου έκανε εντύπωση επειδή δεν είχα ξαναδεί από κοντά. Ρώτησα λοιπόν το γείτονα -τι τρώει-, και η απάντηση ήταν απλή και μονολεκτική, -τίποτα-. Μα είναι δυνατόν; Και όμως είναι.
Μου εξήγησε πως κάπου κοντά, υπάρχει φιδοφωλιά, και τα μικρά φίδια είναι το χόμπι του. Όσο κυκλοφορεί ο σκαντζόχοιρος τα φίδια θα εξαφανίζονται. Τα φίδια πλησιάσανε επειδή φανήκαν ποντικοί. Δεν είχα τότε γάτα, και η φύση έφερε τα φίδια και τον σκαντζόχοιρο. Από τότε ότι περίσσευμα φαγητού υπάρχει, το πετάω σε ορισμένο τόπο, έτσι που οι ποντικοί κατευθύνονται προς τα εκεί, και χορτάτοι δεν πλησιάζουν στο κατάλυμα.
Μόλις κατάφερα και πήρα γάτα, ο σκαντζόχοιρος ήταν περιττός. Η γάτα κυνηγάει και τα ποντίκια και τα φίδια, υπό την προϋπόθεση να είναι ζωντανή. Γιατί η μαγδάλω αυτοκτόνησε στις ρόδες διερχομένου αυτοκινήτου. Ο σκαντζόχοιρος εν τω μεταξύ, πήγε σηκωτός στο δημοτικό σχολείο της πόλης μας, για να δουν και να μάθουν τα παιδάκια πως είναι.
Το εντυπωσιακό είναι πως αμέσως εγκαταστάθηκε μια οικογένεια νυφίτσες. Αμέσως ανέλαβαν το κυνήγι των ποντικιών και των φιδιών. Δεν έχω κανένα πρόβλημα μέχρι τώρα. Παρά το γεγονός πως υπήρχαν δύο σκυλιά, ο Σπίθας και η Αιμιλία, μεγαλόσωμα, δεν έφευγαν, και ας υπήρχε και γάτα. Όταν όμως ήρθε ο τρίχας ένα μαλλιαρό μικρό σκυλάκι, οι νυφίτσες εξαφανίστηκαν.
Η φύση δουλεύει άψογα από μόνη της, και πως αλλιώς να γινότανε αφού είναι δημιουργία του Θεού. Όταν την βιάζουμε δεν ανταποκρίνεται και έχουμε τις αλλοπρόσαλλες καταστάσεις.
Τα σκυλιά αυτά διαδέχθηκε, μετά από το φαρμάκωμα τους, ο Κανέλλος, ακόμα πιο μεγαλόσωμο, που δεν έκατσε πολύ καιρό επειδή δεν μπορούσα να το κουμαντάρω, και μετακόμισε στην γειτονιά. Όταν ήρθε αυτός πάψανε να κατεβαίνουν στην αυλή τα κοράκια και οι γλάροι. Και όσο καιρό ήταν στην αυλή ο ράμπο, δεν ερχόντουσαν. Όταν έφυγε κατεβήκαν πάλι, και τρώνε φαγητό από το ρόκυ, το νέο μας σκυλάκι.
Αυτή την εποχή δεν έχω γάτα, δεν ανησυχώ όμως, πιστεύω πως θα γυρίσει η νυφίτσα.
Λεπτομέρειες, που για τους ανθρώπους της πολιτείας μοιάζουν εξωπραγματικές. Για μας είναι καθημερινότητα.
Κάνω αγώνα να διώξω τα σπουργίτια, που τρυπώνουν στα κεραμίδια. Πήρα αφρό πολυουρεθάνης, και έκλισα τις τρύπες στις άκρες, για να μην μπαίνουν μέσα. Αυτά τώρα έρχονται και κατατρώγουν το ξεραμένο αφρό, και δημιουργούν ευκολότερα φωλιές και μάλιστα ζεστές και απάνεμες. Αυτά τα πουλάκια, επιβιώνουν τρώγοντας εκτός από τα ψίχουλα που πετάω στην αυλή, από τα έντομα που πετάνε γύρω-γύρω από τα λουλούδια. Και εγώ υποχρεώνομαι σε τακτά διαστήματα να σαρώνω την αυλή που γεμίζει κουτσουλιές. Ο κύκλος της φύσης.
Διερωτώμαι καμιά φορά, πως θα ησυχάσω από όλα αυτά; Και η απάντηση είναι απλή, μόνο φεύγοντας και μένοντας σε ένα κλουβί στην πολιτεία (από κείνα που λέγονται διαμερίσματα). Και εκεί θα έχω άλλου είδους ενοχλήσεις, από ζώα που δεν είναι τετράποδα.

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

άσωτος π Μωυσής Αγιορείτης

Από του συγχρόνους λογίους Μοναχούς είναι ο π. Μωυσής Αγιορείτης. Συχνά πυκνά το καλούνε και δίνει διαλέξεις, αυτές μετά μαζεύονται και γίνονται βιβλία. Από ένα τέτοιο βιβλίο, και από μια ομιλία με θέμα τον άσωτο υιό, δανείζομαι σήμερα ένα απόσπασμα. Πρόκειται για ένα εμβόλιμο θέμα μέσα στο κυρίως θέμα.
Επειδή με εκφράζει απόλυτα ο συλλογισμός του, και πολλάκις έστω και με λιγότερο περίτεχνα λόγια, τα ίδια έχω λέω και εγώ, σας παραθέτω το απόσπασμα.

«Ο νέος της παραβολής έφυγε από το σπίτι του και δεν μπορούμε να τον δικαιολογήσουμε. Στο σπίτι του υπήρχε ησυχία, ασφάλεια, κατανόηση, επάρκεια, αγάπη, συνεννόηση και στοργή. Οι νέοι που φεύγουν από τα σπίτια τους σήμερα, γιατί δεν είναι πάντα καταφύγια και λιμάνια αλλά ανταριασμένες θάλασσες, με συνεχείς συζυγικούς καυγάδες, γκρίνιες, ζηλοφθονίες, καχυποψίες, ύβρεις κι έλλειψη αληθινής αγάπης. Το παιδί πιο πολύ και από την τροφή θέλει την στοργή.
Έρευνες απέδειξαν πως η εγκληματικότητα των νέων πηγάζει κατά πολύ από την στέρηση της αγάπης των γονέων και από την διάλυση των οικογενειών. Τα παιδικά βιώματα συνοδεύουν πάντοτε στην ζωή του τον άνθρωπο. Η μεγαλύτερη χαρά για το παιδί είναι η ομόνοια, ειρήνη και αγάπη των γονέων του, από τους οποίους αντλεί παραδείγματα. Δυστυχώς η ειρήνη απουσιάζει από την οικογένεια και η χαρά δεν είναι αληθινή και μόνιμη. Η νευρικότητα και το άγχος της πόλης έχει περάσει στα σπίτια. Οι γονείς δεν είναι πια ταπεινοί δάσκαλοι, υπομονετικοί, προσευχόμενοι, ανεκτικοίθ και πρόσχαροι. Θέλουν να επιβάλουν με το στανιό τη σκέψη τους, δεν αναπτύσουν διάλογο αλλά μονόλογο μονότονο, με συνεχείς παρατηρήσεις, επιτιμήσεις, υποδείξεις, επιπλήξεις και απειλές.
Η ανειλικρίνεια, η αδιακρισία, η ψυχρότητα και η αψυχολόγητη αυτή συμπεριφορά δημιουργεί ένα βαρύ οικογενειακό κλίμα. Δυστυχώς και η σύγχρονη ελληνική οικογένεια πάσχει από ανία και πλήξη, καχυποψία και κατήφεια.
Νομίζεται ότι είμαι υπερβολικός; Μα έρχονται στο Άγιον Όρος παιδιά και μου παραπονιούνται. Φθάνουν σύζυγοι με δάκρυα λέγοντας πως δεν ανέχονται άλλο τη γλώσσα της γυναίκας τους που κάνει την χριστιανή. Παραπονούμεθα για την ελληνική νεολαία με πρόχειρα λόγια. Παραπονούνται οι γονείς που απουσιάζουν τα παιδιά από το σπίτι, που αργούν να επιστρέψουν το βράδυ. Δεν έσκυψαν μέσα τους να δούνε μήπως φταίνε λίγο και ίδιοι. Ξέρετε δεν με καλούν πια να μιλήσω στις σχολές γονέων, γιατί υποστηρίζω πιο πολύ τα παιδιά. . .Δεν λέω πως δεν φταίνε και τα παιδιά, όμως νομίζω ότι πρέπει να είμαστε πιο αυστηροί και απαιτητικοί από τους μεγάλους, από τους γονείς. Μήπως θα μπορούσαμε να μιλάμε και για άσωτους γονείς; Μήπως τους νέους απομάκρυνε η αδιαφορία του πατέρα και η παραξενιά της μητέρας; Μήπως τους κυνηγούσε το πάντα αυστηρό βλέμμα του κυρίαρχου πατέρα;
Ας αναρωτηθούμε με φόβο Θεού κι ας απαντήσουμε στον εαυτό μας με κάθε δυνατή ειλικρίνεια.»

Μια ακόμη πρόταση σαν επιδόρπιο
«άφησε την αληθινή ψυχαγωγία και πήγε στην περιπετειώδη διασκέδαση».
Τους δίνουμε άραγε αρκετή ψυχαγωγία, που να μην γυρεύουν διασκέδαση;

κόλπο

Ένας καλός φίλος μου έστειλε ένα μήνυμα, με χιουμοριστικό τίτλο και την φωτογραφία του Μητσοτάκη.

Πρόκειται για αρχείο ppt, και αποστέλλεται μόνο με mail. Έτσι δεν μπορώ να το δημοσιεύσω. Όποιος θέλει, μου παραγγέλλει και του το ταχυδρομώ.
Πίσω από αυτό το φαινομενικά χιουμοριστικό παιχνίδι, κρύβεται η απόδειξη του ελέγχου του νου από την οθόνη χωρίς αντίσταση. Αρκεί να δείς μόνο τα μάτια στην εικόνα. Αυτό δεν είναι καινούργιο, απλά τώρα εξελληνίστηκε, και περιέλαβε την φάτσα του συγκεκριμένου πολιτικού, που δεν λέει να αποσυρθεί, παρά τα χρόνια του. Είχε κυκλοφορήσει και σε άλλες εκδοχές, με διαφορετικά πρόσωπα.
Υπάρχουν λοιπόν έξ φιγούρες της τράπουλας, σκέφτεσαι μια, και αυτή εξαφανίζεται χωρίς να την καταδείξεις. Απλά βλέποντας στο συγκεκριμένο σημείο της οθόνης.

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Τα μεθεόρτια


Αυτή η εβδομάδα που μόλις άρχισε, είναι η τελευταία των κινητών εορτών που δορυφορούνται γύρω από το Πάσχα. Όπως την πρώτη έτσι και την τελευταία καταλύουμε πάντα.
Τι αποκομίσαμε από αυτήν την περίοδο; Ένα ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί. Κάναμε το χρέος μας, μασκαρευτήκαμε, πετάξαμε τον χαρταετό, στολίσαμε το Επιτάφιο, σκάσαμε βαρελότα, τσουγκρίσαμε το κόκκινο αυγό, φάγαμε μαγειρίτσα και σουβλίσαμε το αρνί. Έτσι εκτελέσαμε όσα η παράδοση προστάζει, άρα είμαστε καλοί Χριστιανοί.
Λάθος: ο Χριστός μας πολλές φορές είπε «Εγώ είμαι η Αλήθεια» ποτέ μα ποτέ δεν είπε, Εγώ είμαι η συνήθεια.
Γεννηθήκαμε ορθόδοξοι Χριστιανοί. Για πολλούς η πίστη μας υπήρξε οικογενειακό δεδομένο. Δεν μας έλειψε ποτέ η χριστιανική πνευματικότητα: νηστείες, λατρευτική ζωή, χριστιανικά αναγνώσματα, συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας. Οι γνωστοί και οι φίλοι μας μοιράζονται την ίδια πίστη με μας. Και εμείς συγκαταλέγουμε τους εαυτούς μας στους «εντός της Εκκλησίας». . . άραγε έχουμε σκεφτεί πως όλα τα παραπάνω τα διέθεταν και οι πολύστιγματισμένοι από τον Κύριο Φαρισαίοι;
Μεγαλώσαμε πιστοί στις παραδώσεις μας. Κι οι παραδόσεις μας, μας ήθελαν να ακολουθούμε τα βήματα των προγόνων μας: να παραμένουμε εδραίοι στο όνομα τους, την περιουσία τους, την κληρονομιά τους. μάθαμε ο,τι παραλάβαμε να το φυλάμε σαν τα μάτια μας, να το σεβόμαστε και να το αφήνουμε απείραχτο, να το διατηρούμε όπως διατηρούμε το πράγματα στο ψυγείο ή το μουσείο. Έχουμε όμως άραγε σκεφτεί πως η συνήθεια μας να αφήνουμε το καθετί απείραχτο και κατεψυγμένο, μπορεί να είναι μια παγίδα αμετανοησίας, μια παγίδα που έχει τελικά καταψύξει εμάς τους ίδιους;
Η πνευματικότητα μας έχει ρυθμούς σταθερούς: τακτικός εκκλησιασμός και εξομολόγηση, τήρηση των νηστειών κ.ο.κ. Κι όλα αυτά στο πλάι της «κανονικής» καθημερινής μας ζωής (δουλειά, σπίτι, ποικίλες βιοτικές μέριμνες, ρουτίνα. . . ) Καλά όλα αυτά. . Έχουμε όμως άραγε σκεφτεί πως το θρησκευτικό αυτό πλαίσιο ενδέχεται να μην είναι τίποτα άλλο από μια καλοφτιαγμένη συνταγή «θρησκευτικής» ευκολίας, που αργά αλλά επιτυχημένα μας νανουρίζει στον μακάριο ύπνο της επανάπαυσης και της αδιαφορίας;
Με όλα αυτά, δεν θέλω να απαξιώσω τίποτα από όσα παραλάβαμε ή από όσα ο Θεός θέλησε να είμαστε. Θέλω όμως να πω, πως έχουμε όλοι μας ανάγκη από κάτι, που μας κάνει να βλέπουμε με μάτι άγρυπνο, συνείδηση γρηγορούσα και διάθεση αυτοκριτική, όλα όσα παραλάβαμε και όλα όσα ο Θεός ευδόκησε ή παραχώρησε να είμαστε.
Δεν είναι αργά για κανέναν, εμπρός για άλλη μια προσπάθεια.

Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Πεντηκοστή

Τὴν μεθέορτον πιστοί, καὶ τελευταίαν ἑορτήν, ἦν ἑορτάσωμεν φαιδρώς, αὕτη ἐστὶ Πεντηκοστή, ἐπαγγελίας συμπλήρωσις, καὶ προθεσμίας, ἐν ταύτῃ γὰρ τὸ πύρ, τοῦ Παρακλήτου εὐθύς, κατέβη ἐπὶ γῆς, ὥσπερ ἐν εἴδει γλωσσῶν, καὶ Μαθητὰς ἐφώτισε, καὶ τούτους οὐρανομύστας ἀνέδειξε, Τὸ φῶς ἐπέστη, τοῦ Παρακλήτου, καὶ τόν κόσμον, ἐφώτισε.

Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Με λίγα λόγια

«Το λιβάνι πρέπει να ριχτεί στην φωτιά για να ελευθερωθεί η μυρωδιά του.

Το χωράφι πρέπει να το ξεσκίσει το κοφτερό αλέτρι για να δεχτεί τη σπορά

Φαίνεται πως τα καλύτερα πράγματα στη ζωή έρχονται πολλές φορές έπειτα από δοκιμασίες και τραύματα

Σαν το σιτάρι που πρέπει να συνθλιβεί κάτω από την μυλόπετρα πριν γίνει ψωμί.

Υπομονή λοιπόν και περίμενε.»

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Ατυχίες;

Συνηθισμένη έκφραση απογοήτευσης, είναι όμως έτσι; Το γράφω διότι σήμερα μετά από αρκετές αναβολές αποφάσισα να αρχίσω τα βαψίματα. Και τι συνέβη; Πλάκωσε η βροχή.
Ιδιότροπος ο καιρός εφέτος, μας έχει αναστατώσει, κι όμως, εδώ φαίνεται η καρτερικότητα του αγρότη, του ανθρώπου του μόχθου και της προσδοκίας από την φύση. Έγραφα προχθές για το μποστάνι που κατέστρεψε ο Νότος, ολοσχερή καταστροφή στα καρπούζια σημαίνει μηδενικό ετήσιο εισόδημα. Και η αγνή αντίδραση σε μια κουβέντα (με το Θεό θα τα βάλουμε;)
Ενώ ο αγρότης αυτός είδε τον κόπο του να εξαφανίζεται, δεν βαρυγκωμά, δεν αναστενάζει, δεν καταριέται και αμέσως ξεκινά να περισώσει ότι μπορέσει, χωρίς να περιμένει αποζημιώσεις, από πού άλλωστε; (με τον Θεό θα τα βάλουμε;). γνωρίζει πως η τράπεζα, θα του υποθηκεύσει της επόμενης χρονιάς το εισόδημα, γνωρίζει καλά, όμως πως δεν έχει και άλλη επιλογή.
Προτού κάνει την καταμέτρηση των ζημιών, έχει ήδη κάνει σχέδια για την επόμενη καλλιέργεια, αυτό είναι το μεγαλείο του αγρότη. Να πολεμά με τις άγνωστες επερχόμενες καιρικές συνθήκες. Να βλέπει τα φυτώρια να μεγαλώνουν και να γίνονται δένδρα. Σε αυτό ακριβώς το σημείο πρέπει να εστιάσουμε την εμμονή του, να μην εγκαταλείπει τα κτήματα όσο γέρος και αν είναι, έστω και αν είναι ζημιογόνα. Δεν είναι πείσμα, είναι παράπονο.
Αυτό το παράπονο που μας πιάνει όλους όταν τα πράγματα δεν μας έρχονται βολικά.
Κάνουμε μια τροχαία παράβαση και μας αντιλαμβάνεται ο τροχονόμος, η αντίδραση μας είναι άμεση, (φτου, ατυχία). Τι σχέση έχει εδώ η τύχη με την παραβατικότητα;
Πιο σοβαρά είναι τα πράγματα, όταν δεν ικανοποιούμε τους στόχους μας. Δημιουργούμε οικογένειες με σαθρά υπόβαθρα, και όταν διαλύονται, η προσφιλής έκφραση είναι (ατύχησε στο γάμου του-ης). Τι σχέση έχει εδώ η τύχη, με την έλλειψη αλληλοκατανόησης;
Έτσι που τα λέμε, εύλογα γεννιέται το ερώτημα, δεν υπάρχει τύχη; Το ισχυρίζομαι με πολύ πεποίθηση πως έτσι είναι. Την τύχη του ο καθένας την ορίζει την καθορίζει και την δημιουργεί γενικώς. Για να έχει κανείς καλή τύχη, πάντοτε, μα πάντοτε, πρέπει να επιστρατεύσει πρωτίστως την λογική, και λαμβάνει συμβουλές, έστω και αν δεν εφαρμόζει.
Θα τελειώσω με ένα γεγονός που συνέβη πολλά χρόνια πίσω. Ένας καλός φίλος με πολλή μελέτη και περίσκεψη, αποφάσισε να αγοράσει ένα μαγαζί (Υαλοπωλείο), στην Θεσσαλονίκη. Η επιχείρηση επικερδής, ο πωλητής δεν είχε διάδοχο κατάσταση. Ο φίλος συνεργάτης και προμηθευτής της επιχειρήσεως. Όλα δείχνανε πως ήταν η τέλεια ευκαιρία, με πολλή προσπάθεια βρήκε τα χρήματα, χρεώθηκε και έγινε αγοραπωλησία. Σαββάτο μπήκαν οι υπογραφές, και τελείωσε το θέμα. Την Κυριακή έγινε σεισμός και το μαγαζί καταστράφηκε ολοσχερώς. Ούτε τα ρολά δεν ανεβαίνανε, και το κτήριο χαρακτηρίστηκε κατεδαφιστέο.
Ατυχία σε αυτήν την περίπτωση; Όχι βέβαια! (με το Θεό θα τα βάλουμε).

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Με λίγα λόγια

Ο άνδρας χοντραίνει από δύο λόγους.

Α) η γυναίκα του μαγειρεύει καλά, και αυτός καταναλώνει
Β) η γυναίκα του δεν μαγειρεύει καλά, και συμπληρώνει απ’ έξω.

Η γυναίκα δεν χοντραίνει ποτέ, απλώς παχαίνει λίγο.

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Απουσίες

Η χρήση του διαδικτύου έφερε κόσμο κοντά, και δημιούργησε μια νέα κατάσταση, μια εικονική ηλεκτρονική γειτονιά. Οι χρήστες που περνοδιαβαίνουν από εδώ, όταν διαπιστώνουν απουσίες από άλλους καθημερινούς επισκέπτες αναρωτιούνται, «είναι καλά;»
Αναφέρομαι κυρίως στο Facebook και λιγότερο στα blogs. Στο πρώτο τα σχόλια είναι ολιγόλογα και πολλές φορές προκατασκευασμένα, αρκεί ένα κλίκ και τελείωσες, στα δεύτερα χρειάζεται κάποιος χρόνος.
Σπεύδω να γράψω αυτά σήμερα, διότι πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους, πως ανησυχούμε και ενδιαφερόμαστε για όλους όσους διατηρούμε επαφή, αν μπορεί να λεχθεί αυτή η λέξη. Απλούστερα αν είναι κάποιος από εμάς κρυωμένος, δεν γίνεται εντριβή από την οθόνη. Δεν έχει ακόμα εφευρεθεί η τηλεντριβή.
Το καλοκαίρι που άρχισε, είναι φορέας πολλών εργασιών, για την αποκατάσταση των ζημιών του χειμώνα, ειδικά του φετινού. Ακόμα και χθες και προχθές, οι νοτιάδες που επικρατούσαν στην περιοχή μας, κάνανε ζημιές. Μποστάνια καταστραφήκαν πάνω που έδενε ο καρπός. Αυτοί οι συνάνθρωποι μας, γείτονες και φίλοι θα περάσουν δύσκολο τον επόμενο χειμώνα, αφού δεν θα έχουν εισόδημα το καλοκαίρι. Πόσο προλαβαίνουν να αλλάξουν προϊόν;
Να βάλουν ζαρζαβατικά, η εύκολη λύση. Ναι αλλά το κόστος καλλιέργειας είναι ακριβότερο από το εισαγόμενο. Και οι επαγγελματίες προτιμούν να παίρνουν κρεμμύδια Τουρκίας και πατάτες Αιγύπτου, παρά να υποστηρίξουν τον γείτονα, που τον κατέστρεψε ο νοτιάς. Αλυσίδα το πράμα, αν πάρουν ακριβά πρέπει και ακριβά να πουλήσουν, και μετά ο τουρίστας δεν ξανά έρχεται.
Επανέρχομαι στο θέμα καλοκαίρι. Είναι για μένα εποχή με απαιτήσεις. Για να διατηρείται η αυλή και το μπαλκονάκι του Πυθαγόρα σε καλή κατάσταση, απαιτείται χειρωνακτική εργασία. Αυτό θα γίνεται εις βάρος της ενασχόλησης με το Blog, έτσι μην προβληματίζεστε αν δεν είμαι κάθε μέρα παρόν στην ηλεκτρονική γειτονιά.
Ένας δεύτερος λόγος που απουσίασα, είναι η ανταπόκριση στην ανάρτηση «προς νεολαίους», είναι η πρώτη φορά που δεν σχολιάστηκε καθόλου ένα άρθρο. Έχω συνηθίσει να σχολιάζουν είτε ευμενώς είτε δυσμενώς, όλα τα άρθρα. Αυτό πέρασε απαρατήρητο και αναλογίστηκα γιατί;
Στον Πυθαγόρα τα σχόλια δεν δημοσιοποιούνται αμέσως, εκτός και μου ζητήσει ο σχολιάζων, αντίθετα με το FB, που εμφανίζονται αμέσως. Η παντελής απουσία όμως από το συγκεκριμένο άρθρο με προβλημάτισε δεόντως. Δεν μπορώ να υποθέσω ποιους πίκρανα περισσότερο, τους μικρούς ή τους μεγάλους;
Θα πει κάποιος, «δεν πίκρανες, κούρασες», πιθανόν και το σκέφτομαι. Ίσως να είναι κουραστικός ο λόγος, αλλά είναι απαραίτητος για να υπάρξει αντίλογος.

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Το παραμύθι

Αργά χθες ταχτοποιώντας την βιβλιοθήκη, βρέθηκε στα χέρια μου ένα παραμύθι. Πρόκειται για ένα βιβλίο, που μου χάρισε ένα από εκείνα τα παιδιά, που κάνουμε παρέα πολύ-πολύ καιρό. Από εκείνα τα παιδιά που έχουν πια δικά τους παιδιά. Και μου το χάρισε όταν αρρώστησα και αποσύρθηκα. Τότε είχα πολύ συγκινηθεί. Έχω χαρίσει τουλάχιστον πενήντα αντίτυπα. Το βράδυ λοιπόν το ξαναδιάβασα, και είπα να το μεταφέρω στην ηλεκτρονική μας γειτονιά.

Σελ Σιλβεστράιν
Το δέντρο που έδινε
Μετάφραση Χ Σκαπεντζή.

Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια μηλιά. . . και αγαπούσε ένα αγοράκι. Και κάθε μέρα υο αγοράκι πήγαινε και μάζευε τα φύλλα της και τα έπλεκε στεφάνι κι έπαιζε το βασιλιά του δάσους. Σκαρφάλωνε στον κορμό της κι έκανε κούνια στα κλαδιά της κι έτρωγε μήλα. Παίζανε κρυφτό. Κι όταν το αγόρι κουραζόταν αποκοιμιότανε στον ίσκιο της. Και το αγόρι αγαπούσε τη μηλιά πάρα πολύ.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Μα πέρασαν τα χρόνια. Και το αγόρι μεγάλωσε. Και πολλές φορές η μηλιά έμενε μοναχή. Τότε μια μέρα το αγόρι πήγε στη μηλιά κι η μηλιά είπε «Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου, να φας τα μήλα μου και να παίξεις στο ίσκιο μου αποκάτω και να’ σαι ευτυχισμένο»
«είμαι μεγάλος πια για να σκαρφαλώνω και να παίζω», είπε το αγόρι, «θέλω ν’ αγοράσω πράματα και να καλοπεράσω. Θέλω λεφτά. Μπορείς να μου δώσεις λεφτά;»
«λυπάμαι», είπε η μηλιά, «μα δεν έχω λεφτά, έχω μοναχά φύλλα και μήλα. Πάρε τα μήλα μου, Αγόρι, και πούλησε τα στην πόλη. Έτσι θα’ χεις λεφτά και θα’ σαι ευτυχισμένο.
Και τότε το αγόρι σκαρφάλωσε στην μηλιά, μάζεψε τα μήλα της και τα πήρα μαζί του.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί. . . και η μηλιά ήταν λυπημένη. Ώσπου μια μέρα το αγόρι ξαναγύρισε και η μηλιά τρεμούλιασε απ’ τη χαρά της κι είπε: «Έλα, Αγόρι, να σκαρφαλώσεις στοκ κορμό μου, να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου κα να’ σαι ευτυχισμένο»
«Δεν έχω καιρό για να σκαρφαλώνω σε δέντρα», είπε το αγόρι. «Θέλω ένα σπίτι που να μου δίνει ζεστασιά», είπε. «Θέλω γυναίκα και παιδιά, και γι’ αυτό χρειάζομαι ένα σπίτι. Μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;»
«Εγώ Σπίτι δεν έχω», είπε η μηλιά. «Σπίτι μου είναι το δάσος, μα μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να κτίσεις ένα σπίτι. Τότε θα’ σαι ευτυχισμένο».
Και το αγόρι έκοψε τα κλαδιά της και τα πήρε μαζί του για να κτίσει το σπίτι του.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί. Κι όταν ξαναγύρισε, η μηλιά ήταν τόσο ευτυχισμένη που ούτε να μιλήσει καλά-καλά δεν μπορούσε. «Έλα, Αγόρι» ψιθύρισε, «έλα να παίξεις».
«Είμαι πια πολύ γέρος και πολύ λυπημένος για να παίξω», ε’ιπε το αγόρι. «Θέλω μια βάρκα να με πάρει μακριά. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;»
«Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα» είπε η μηλιά. «Έτσι θα μπορέσεις να φύγεις μακριά. . . και να’ σαι ευτυχισμένο».
Και τότε το αγόρι έκοψε τον κορμό της έφτιαξε μια βάρκα κι έφυγε μακριά.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη. . . μα όχι πραγματικά.
Κι ύστερα από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε. «Λυπάμαι, Αγόρι», είπε η μηλιά, «μα δε μου απόμεινε τίποτα πια να σου δώσω. . . δεν έχω μήλα».
«τα δόντια μου δεν είναι πια για μήλα», είπε το αγόρι.
«Δεν έχω κλαδιά» είπε η μηλιά. «δεν μπορείς να κάνεις κούνια.. . .»
«Είμαι πολύ γέρος πια για να κάνω κούνια» είπε το αγόρι.
«Δεν έχω κορμό», είπε η μηλιά «Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις…»
«Είμαι πολύ κουρασμένος για να σκαρφαλώνω» είπε το αγόρι.
«Λυπάμαι» αναστέναξε η μηλιά. «Μακάρι να μπορούσα να σου δώσω κάτι. . . μα δεν μου απόμεινε τίποτα πια. Δεν είμαι παρά ένα γέρικο κούτσουρο. Λυπάμαι. . .»
«Δεν θέλω και πολλά τώρα πια», είπε το αγόρι, ένα ήσυχο μέρος να κάτσω και να ξαποστάσω. Είμαι πολύ κουρασμένος».
«Τότε», είπε η μηλιά, κι ίσιωσε όσο μπορούσε τον κορμό της, «τότε, ένα γέρικο κούτσουρο είναι ότι πρέπει για να κάτσεις και να ξαποστάσεις. Έλα, Αγόρι, κάτσε. Κάτσε και ξεκουράσου».
Και το αγόρι έκατσε και ξεκουράστηκε.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Ημερομηνία λήξεως

Πριν από ένα χρόνο περίπου, άρχισα τον Πυθαγόρα, κυρίως χάριν αστειότητας, θεωρώντας τον προσωρινό. Στην πορεία σοβάρεψε το πράγμα. Παρά ταύτα, το σίγουρο είναι πως έχει ημερομηνία λήξεως.
Δεν αναρτώ κάτι διαφορετικό από αυτά που κάθε μέρα λέμε κα κουβεντιάζουμε στο μπαλκονάκι μας το καλοκαίρι στο αρχονταρίκι μας τον χειμώνα. Το απρόσμενο είναι, να χρησιμοποιούν μικροί και μεγάλοι τα περιεχόμενα του, κατά το δοκούν και όπως τους βολεύει.
Άκουσα από κάποιο νεαρό άτομο, να επικαλείται τον Πυθαγόρα χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι αυτός, για να αντιλέγει στους γονείς του. Περισσότερο με εντυπωσίασε η προτροπή του, μπείτε και διαβάστε να μάθετε.
Είχα την εντύπωση πως διαβάζουν τον Πυθαγόρα, μιας ας πούμε κάποιας ηλικίας άτομα, και σε αυτούς κυρίως απευθύνομαι, αλλά μάλλον έχω άδικο.

Προς νεολαίους

Γράφω και υποστηρίζω πως οι νέοι έχουν δική τους προσωπικότητα, μοναδική και ανεπανάληπτη. Αυτό ισχύει για κάθε άνθρωπο. Ο κάθε ένας από εμάς είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος.
Έχει σχέδια για το μέλλον του, παράλληλα όμως πρέπει να βιώνει και το παρόν του. Έχει δικαιώματα ο νέος, αλλά και υποχρεώσεις. Δεν είναι δυνατόν να ζητάς συνέχεια χωρίς να δίνεις τίποτα.
«Ο γονιός σου, δεν σε έφερε στον κόσμο για να κάνει το κέφι του, όπως πολλές φορές βλάσφημα φωνάζεις, είσαι αποτέλεσμα μια πράξης, που ο Θεός ευλόγησε, για να διατηρείται το ανθρώπινο είδος.
Την αγάπη και την ανοχή του, πρέπει να την σέβεσαι και να την εκτιμάς, διότι χωρίς αυτές δεν θα ανέπνεες.
Μπορείς να υπολογίσεις καμιά φορά πότε για πρώτη φορά μπόρεσες να φας μονάχος σου; Αφού περάσανε πέντε ή έξη χρόνια από την ζωή σου. Από τότε αρχίζουν και οι υποχρεώσεις σου.
Η μεγαλοσύνη των γονιών σου, και κυρίως της μάνας σου, δεν σε μάλωσε όταν δεν μάζευες τα παιχνίδια σου, τώρα δεν σε μαλώνει επειδή δεν μαζεύεις την γλώσσα σου.
Όσα είναι του πατέρα σου, είναι αποτέλεσμα του κόπου του και του αγώνα του, δεν είναι και αυτοδίκαια δικά σου, για να αποκτήσεις πρέπει να κάνεις δικά σου μονάχος.»
Το παιδί μεγαλώνοντας, πρέπει να μάθει να συνεισφέρει στην οικογένεια. Πρέπει να μάθει στις πρώτες τάξεις του δημοτικού να μαζεύει τα παιχνίδια του, να ετοιμάζει την σάκα του μονάχο, να την κουβαλάει αυτό και όχι ο γονιός του. Πριν τελειώσει το δημοτικό πρέπει να στρώνει το κρεβάτι του τουλάχιστον, διότι μπαίνοντας στο γυμνάσιο θα πρέπει να συγυρίζει το δωμάτιο του ολόκληρο. (στην εποχή μας τα παιδιά έχουν πλέον δωμάτια το καθένα δικό του). Όταν αυτά τα κάνει η μάνα, το παιδί το θεωρεί δεδομένο, του περιορίζεται έτσι η διάθεση και αρχίζει η βαρεμάρα. Είναι οι πρώτες υποχρεώσεις της ζωής.
«Βασική σου δουλειά είναι, να μάθεις γράμματα, όσα περισσότερα αντέχεις, είναι η ελάχιστη ανταπόδοση στο φαΐ που τρως και στα ρούχα που φοράς. Αν χρειάζεσαι ενίσχυση στην μάθηση θα στην παρέχουν οι γονείς σου, είναι σίγουρο, αλλά θα πρέπει και εσύ να καταβάλεις τον ανάλογο κόπο»
Πρέπει να καταλάβεις, ότι η δουλειά είναι το μέσον με το οποίο κανείς αποκτά και θεμελιώνει τα δικαιώματα του. Εύλογο ερώτημα. Τι δουλειά να κάνω;
Είσαι κορίτσι; Μαγείρεψε, είσαι αγόρι: πλύνε το αυτοκίνητο. Φαίνεται πολύ φτηνό, ίσως να είναι αλλά κοίτα τι χρειάζεται το σπίτι, ρώτα και κάτι θα βρεθεί. Στην επαρχία είναι ευκολότερο διότι είναι και οι αγροτικές εργασίες. Εκεί τα παιδιά δουλεύουν πιο φιλότιμα.
Φτιάξε μονάχος το πρωινό σου, γυάλισε τα παπούτσια σου αγόρι, σιδέρωσε την φούστα σου, κορίτσι. (Δεν φοράνε πλέον φούστες μόνο παντελόνια, αλλά ο τρόπος του λέγειν)
Πηγαίνεις στο μεροκάματο, καλά κάνεις και μπράβο σου. Μην δουλεύεις για να πάρεις κινητό. Ότι βγάλεις μην ξεχνάς την συνεισφορά σου στο κοινό ταμείο. Την επομένη μέρα θα χρειασθείς χαρτζιλίκι, με τι πρόσωπο θα ζητάς; Όταν μόνο ζητάς και ποτέ δεν δίνεις.
Τελειώνεις το σχολείο και σπουδάζεις, και εκεί υποχρεώσεις έχεις. Μην γίνεσαι αιώνιος φοιτητής. Καλοί οι αγώνες και χρήσιμοι, καλές οι κάθε είδους κατακτήσεις. Όχι όμως εις βάρος της παιδεία σου. Αυτή είναι το εφόδιο που θα σου επιτρέψει να επιβιώσεις.
Όσο είσαι άνεργος, και συμβιείς στο σπίτι, να έχεις φρόνιμα ταπεινό. Και όταν βρεις δουλειά να μην υπεραίρεσαι. Όσα βγάζεις δεν σου ανήκουν όλα. Δοκίμασε να μείνεις μόνος-η να δεις πως αυτά που οικονομάς δεν φτάνουν για τα στοιχειώδη. Πως λοιπόν τα κρατάς όλα ως χαρτζιλίκι;
Το ώριμο άτομο γνωρίζει για μην μακρηγορώ, πως πρώτα βγάζουμε τις υποχρεώσεις μας, και μετά κοιτάμε την διασκέδαση μας. Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην ψυχαγωγία και την διασκέδαση. Η ετοιμολογία της ψυχαγωγίας είναι αρκετή για να σε συνετίσει.
Τελειώνω με τούτο, ξέρεις για πόσο θα είσαι νέος-α; πριν το συνειδητοποιήσεις θα αγορεύεις και συ με τα ίδια λόγια στα παιδιά σου.

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

H ελπίδα

H ελπίδα βλέπει το αόρατο, νοιώθει το άπιαστο και κατορθώνει το αδύνατο.

Πόσο εμβαθύνει κανείς σε ένα τόσο ολιγόλογο αλλά συνάμα τόσο περιεκτικό σε νόημα απόφθεγμα. Θαυμάζω εκείνους τους ανθρώπους που έχουν το χάρισμα, αλλά και την παιδεία να χειρίζονται τον λόγο. Η καλή μας Φένια, εδώ ξανακτυπά σε μια αράδα.
Γνωρίζει πώς να εκφραστεί, χωρίς να παρερμηνευτούν τα γραφόμενα. Επειδή ακριβώς το κείμενο είναι ολιγόλογο και επιδέχεται πολλών ειδών ερμηνείες.
Με αφορμή την σημερινή ημέρα, που είναι η απόδοση του Πάσχα, η τελευταία Αναστάσιμα, Εορτάσιμη ημέρα, τολμώ και εγώ μια.
Αύριο είναι η Ανάληψη, και μέχρι την Πεντηκοστή θα ζούμε χωρίς την παρουσία του Κυρίου μας.
Ανελήφθη στους ουρανούς, αλλά άφησε πίσω Του, την Ελπίδα. Την προσδοκία της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος. Διότι η Ελπίδα μας και οι Ελπίδες μας, είναι ακριβώς η εκπλήρωση της υποσχέσεως του Κυρίου μας. Θα σας στείλω το Πνεύμα το Άγιον, και με Αυτό πορευόμαστε τόσους αιώνες έως της συντέλειας του κόσμου.
Ο Χριστιανός δεν είναι, σύμφωνα με όσα ο Απόστολος Παύλος γράφει προς Θεσσαλονικείς. «καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα, Ει γαρ πιστεύομεν ότι ο Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας δια του Ιησού άξει συν αυτώ.»
Μαζευτήκανε οι μαθητές φοβισμένοι πανικόβλητοι, ξεχάσανε πως σαράντα μέρες ήταν μαζί τους ο Χριστός Αναστημένος. Λογαριάζανε με ανθρώπινα κριτήρια, δεν είχε εδραιωθεί η πίστη τους, παρά τα όσα θαυμαστά είχανε βιώσει μέχρι τότε. Ακόμα μετά την Ανάληψη στους ουρανούς, έτρεξαν να κρυφτούν, περιμένοντας, αυτό που θα ερχότανε, αυτό που αγνοούσανε παρά το γεγονός πως το ζήσανε και το ψηλαφίσανε.
Ελπίζανε. Τι μεγάλη λέξη αυτή η Ελπίδα, κα πόσο την έχουμε καπηλευθεί στις μέρες μας.
Όλοι για μια ελπίδα ζούμε και όλοι μια ελπίδα έχουμε, λέμε και ξαναλέμε, και αναφερόμαστε στην καλυτέρευση των συνθηκών της ζωής μας. Ξεχνάμε και αφήνουμε πίσω, την όντως Ελπίδα μας, Εκείνον στο Οποίον πρέπει να στρέφουμε την κάθε μας ελπίδα.
Οι ακολουθίες της Εκκλησίας μας, στην αρχή και το τέλος δοξολογούν τον Κύριο μας ως εξής
«Δόξα σοι ο Θεός, η ελπίς ημών, δόξα σοι».
Ας έχουμε και εμείς αυτήν την δοξολογία στα χείλη μας.



Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

Μετά από παραγγελία φίλου.

Δημοσιεύουμε πιο κάτω, ένα σπάνιο κείμενο που είναι ελάχιστα γνωστό στη χώρα μας.
Πρόκειται για ένα γράμμα που βρέθηκε στη Βιβλιοθήκη των Λαζαριστών της Ρώμης και μεταφράστηκε από τα λατινικά. Το γράμμα αυτό το έγραψε ο Πούλβιος Λεόντουλος, διοικητής της Ιουδαίας, πριν από τον Πόντιο Πιλάτο και το έστειλε στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα. Το γράμμα αυτό, περιγράφει τη μορφή του Ιησού Χρίστου και πιστεύουμε ότι είναι χρήσιμο να γίνει περισσότερο γνωστό, ιδιαίτερα λόγω της επικαιρότητας.
Το μεταφράζουμε στην απλή ελληνική για να γίνει καλύτερα κατανοητό.
---------------------------------------------------------------------

Μεγαλειότατε Καίσαρα, άκουσα ότι επιθυμείς να μάθεις αυτά που σου
γράφω για κάποιον άνθρωπο που είναι πολύ ενάρετος κι ονομάζεται Ιησούς Χριστός, τον οποίο ο Λαός θεωρούσε προφήτη, οι μαθητές Του όμως Τον θεωρούσαν θεό κι έλεγαν ότι είναι Υιός του θεού, Δημιουργός του ουρανού και της γης κι όλων κι ότι βρίσκεται παντού.
Είναι αλήθεια Καίσαρα ότι ακούγονται κάθε μέρα θαυμάσια πράγματα για τον άνθρωπο αυτό. Ανασταίνει νεκρούς και θεραπεύει αρρώστους με μια Του λέξη.
Είναι άνδρας, μέτριου αναστήματος, όμορφος στην όψη και αρχοντικός, ιδιαίτερα το πρόσωπο Του, ώστε όσοι Τον κοιτούν, τους προκαλεί αγάπη και σεβασμό. Τα μαλλιά Του είναι μέχρι τα αφτιά Του και πίσω φτάνουν μέχρι τους ώμους, καστανά και λαμπερά, διαχωρίζονται κατά το έθιμο των Ναζωραίων. Το μέτωπο του είναι καθαρό και γαλήνιο, το πρόσωπο Του χωρίς σημάδια και ρυτίδες. Η μύτη και τα χείλη Του είναι κανονικότατα. Τα γένια Του είναι πυκνά, καστανά και μακριά, που χωρίζουν στη μέση. Το βλέμμα Του είναι σοβαρό και προκαλεί σεβασμό, είναι δε δυνατό σαν ακτίνα του ήλιου.
Όταν είναι αυστηρός, κανείς δεν μπορεί να Τον ατενίσει κι όταν μαλώνει κάποιον, κλαίει... Τα χέρια και τα μπράτσα Του είναι όμορφα. Όταν συνομιλεί τους ικανοποιεί όλους, δεν εμφανίζεται συχνά, αλλά όταν αυτό συμβαίνει είναι μετριόφρων κι έχει το ωραιότερο παράστημα του κόσμου. Είναι ωραίος, όπως κι η μητέρα Του, η οποία είναι η ωραιότερη γυναίκα από όσες ποτέ φάνηκαν στα μέρη αυτά.
Εάν όμως η Μεγαλειότητα σου Καίσαρα θέλει να Τον δει, όπως μου είχες γράψει, πες το μου για να σου Τον στείλω αμέσως.
Αν και ποτέ δεν έκανε σπουδές, ξέρει όμως κάβε επιστήμη. Περπατάει ξυπόλητος και ασκεπής. Πολλοί σαν Τον βλέπουν γελάνε, αλλά όταν στέκονται μπροστά Του τρέμουν και Τον θαυμάζουν. Λένε ότι ποτέ ξανά δεν έχει εμφανιστεί στα μέρη αυτά άνθρωπος σαν κι Αυτόν.
Επίσης λένε οι Εβραίοι ότι ποτέ δεν δόθηκαν συμβουλές ούτε κηρύχθηκε διδασκαλία σαν την δική Του, πολλοί δε από τους Ιουδαίους Τον θεωρούν θεό.
Άλλοι πάλι λένε ότι είναι εχθρός σου Καίσαρα. Λένε επίσης ότι Αυτός ποτέ δεν δυσαρέστησε κάποιον, αλλά αντίθετα πάντα έκανε το καλό. Όλοι όσοι Τον γνωρίζουν λένε ότι τους ευεργέτησε. Παρόλα αυτά Καίσαρα είμαι πρόθυμος να υπακούσω στην Μεγαλειότητα σου κι ό,τι με διατάξεις θα το κάνω.

Ιερουσαλήμ
Ινδικτίωνος 7 σελήνης 11
Πούλβιος Λεόντουλος
Διοικητής Ιουδαίας

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΛΑΝΙΑ (ΤΙ ΤΑ ΘΕΣ) - ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Η γιορτή της Μάνας.

Μια ακόμα εορτή που καθιερώθηκε τον τελευταίο αιώνα, προερχόμενη από την Αμερική, για καθαρά εμπορικούς λόγους.
Στο συνονθύλευμα πολιτισμών θρησκειών και πεποιθήσεων στο δημιουργούμενο κράτος της Αμερικής, καθιερωθήκαν και λογιών λογιών μέρες. Μέρα της άνοιξης, μέρα της γυναίκας, μέρα του πατέρα, της μητέρας, των ερωτευμένων, των χωρισμένων, των πολυτέκνων των ατέκνων και πάει λέγοντας, μαζί με αυτές και της μητέρας.
Στην χώρα μας για πρώτη φορά η γιορτής της μητέρας γιορτάστηκε στις 2 Φεβρουαρίου του 1929. Τοποθετήθηκε την ημέρα αυτή θέλοντας να συνδυάσει την Γιορτή της ημέρας με την Χριστιανική εορτή της Υπαπαντής. Τελικά κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 60 η γιορτή μεταφέρθηκε από τις δύο Φεβρουαρίου στην δεύτερη Κυριακή του Μαΐου.
Άλλη μια καθαρά εμπορική εορτή, να ενισχύσουμε με έμμεσο τρόπο το εμπόριο, αφού το δώρο, μικρό ή μεγάλο έχει καταστεί απαραίτητο. Η ουσία όμως ποιά είναι;
Δράττουμε την ευκαιρία να τοποθετήσουμε την σχέση μάνας και παιδιού στην σωστή θέση; Ή μάλλον μας αρκεί ένα λουλούδι και ένα φιλάκι και έξω από την πόρτα.
Η σύγχρονη μάνα διαφέρει πολύ από την παραδοσιακή. Παρά το γεγονός πως το μητρικό φίλτρο είναι αναλλοίωτο στους αιώνες, έχει απαίτηση της αναγνωρίσεως των κόπων της. Αυτό δεν συνέβαινε παλαιότερα. Τότε η γυναίκα είχε μόνο υποχρεώσεις και καθόλου δικαιώματα.
Στεκότανε η μάνα δίπλα στο παιδί, και το ενθάρρυνε σε ότι εκείνο αποφάσιζε, και το βοηθούσε κι’ όλας. Σήμερα ακούω παράπονα του τύπου (αυτό το παιδί δεν καταλαβαίνει με τίποτα). Είναι λάθος. Το παιδί καταλαβαίνει ότι εκείνο νομίζει. Άραγε ο γονιός και η μάνα περισσότερο, προσπαθεί να το καταλάβει;
Αναφέρουμε εδώ στα μεγάλα παιδιά, γιατί για τα μικρά υπάρχει άλλη μεταχείριση. Όσο το παιδί μεγαλώνει, μεγαλώνει και ο γονιός, και πρέπει να ωριμάζει.
Συζήτηση με το παιδί σημαίνει, προσπάθεια να κατανοήσω τον μηχανισμό σκέψεως του, και όχι προσπάθεια να του επιβάλω την δική μου εκδοχή ως θέσφατο. Είναι απαράδεχτο να μην αποδίδουμε ποτέ δίκιο στο παιδί, για να μην τραυματισθεί ο δικός μας εγωισμός. Όπως απαράδεκτο είναι να μην του χαλάμε και κανένα χατίρι, για να μην τραυματισθεί η σχέση εξάρτησης.
Βοηθάμε το παιδί δίνοντας του πνευματικά εφόδια. Ήθος, λογική και ευπρέπεια, είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά που πρέπει να εμφυτευτούν στα παιδιά. Οι ξένες γλώσσες και οι σπουδές έρχονται σε δεύτερη μοίρα.
Προτιμότερο να τους μεταδώσουμε ιδανικά, παρά να τα φορτώσουμε υλικά. Έχοντας λόγω ύπαρξης, δεν θα κινδυνεύσουν από τον μηδενισμό των πάντων, που εξελίσσεται όσο περνούν οι μέρες σε μάστιγα.
Να μάθουμε στα παιδιά να ψαρεύουν, και να μην τους δίνουμε το ψάρι, καθώς λέει η κινέζικη παροιμία.
Τελειώνοντας, άφησα το σημαντικότερο, να μην φερόμαστε στα παιδιά με το σύνδρομο της πεθεράς. Αυτό σημαίνει για όσους αγνοούν τον όρο, να μην θέλουμε πάντα να έχουμε τον τελευταίο λόγο. Στο κάτω κάτω αυτά έρχονται εμείς φεύγουμε.

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

αχ παιδιά

Απολογία

Αυτό δείτε το σαν συνέχεια από το προηγούμενο. Η γενιά εκείνη του πολυτεχνείου, είχε λόγους να αγωνίζεται, με το όραμα της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Όταν αυτό επετεύχθητε, αναρωτήθηκε, και τώρα;
Τώρα κάτσε στον καναπέ.
Αυτό το τόσο ξεχασμένο έπιπλο. Κάποτε ήταν το μπαουλοντίβανο, που κοιμόταν το παιδί, ή ακόμα η γιαγιά ή ο παππούς αν συνοικούσαν. Ήταν ώρα της γενιάς αυτής να κάνει οικογένεια, και την έκανε χωρίς αναβολή. Και άρχισε τότε ο καναπές να γνωρίζει δόξες. Που τώρα να βγαίνεις στην γειτονιά; το παιδί κλαίει! Γιατί να μαγειρέψεις; παράγγειλε πίτσα!
Η εποχή της πίτσας και της μακαρονάδας. Ήρθε και αυτό το φαινόμενο, και τα ελληνικά σουβλατζίδικα εξαφανίστηκαν. Η βόλτα μέχρι το διπλανό Βίντεο κλαμπ, να πάρουμε δυο ταινίες, και να κάτσουμε στον καναπέ, μπροστά στο home cinema με τα τόσα κανάλια, να τις απολαύσουμε. Και η τέχνη εκπροσωπείται από τον Στάθη Ψάλτη, να βρίζει και να το θεωρούμε χιούμορ, και αυτό καθιερώθηκε και η βρισιά δεν έχει νόημα, έγινε καθημερινότητα. Και αυτά αγκαλιά με το παιδί μας, που το δώσαμε αυτά τα πρότυπα.
Ευμάρεια ίσον ευτυχία. Το παιδί μπορεί να μην έχει αδέλφια, έχει όμως δικό του δωμάτιο και έχει δική του τηλεόραση. Τι οράματα μπορεί να έχει ένα παιδί που δεν αγωνίζεται για κάτι;
Και αυτή η γενιά έτσι μεγάλωσε τα παιδιά της, γιατί δεν είχε άλλο υπόδειγμα. Αυτή η γενιά είναι η σημερινή, που άστοχα χαρακτηρίζουμε αναρχικούς. Είναι παιδιά που αναζητούν ένα όραμα και δεν υπάρχει ο κατάλληλος να τους το εμπνεύσει.
Φταίμε εμείς διότι στην συνέχεια κάναμε ουρές, να αποκτήσουμε επιτέλους τηλέφωνο ασύρματο, (φορητό ή κινητό), όπως θέλεις πές το. Το νομίσαμε ελευθερία να επικοινωνούμε από όπου θέλουμε, δεν αντιληφθήκαμε πως με αυτό παρακολουθούτανε κάθε μας κίνηση. Και το δώσαμε και στο παιδί μας. Για να το παρακολουθούμε, υποτίθεται. Το ρωτάς που είσαι και σου λέει σχολείο, και ακούς μουσική να παίζει.
Η λέξη με την μεγαλύτερη συχνότητα μετά το κλασικό πλέον Μα…..α, είναι βαριέμαι. Παιδιά που βαριούνται να τρέξουν, βαριούνται να παίξουν, βαριούνται να μιλήσουν, εμείς τα κάναμε έτσι. Δεν χρειάζονταν διδαχή, απλά μας μιμηθήκαν. Πήραμε στο παιδί υπολογιστή, όχι γιατί του χρειαζότανε, αλλά για παίζει. Προσωπικά εκνευρίζομαι ακόμα και σήμερα, όταν ακούω να λένε παίζει υπολογιστή. Δεν είναι παιχνίδι εργαλείο είναι. Μπορεί και να διασκεδάζει κανείς, χρησιμοποιώντας games, αλλά δεν είναι παιχνίδι. Δεν είναι ρακέτα, μπάλα, στέκα, κλπ είναι εργαλείο.
Αντί να είμαστε αυστηροί με τα παιδιά και να έχουμε απαιτήσεις, φανήκαμε μπόσικοι να μην τα πληγώσουμε, τους στερήσαμε την δυνατότητα να οικοδομήσουν προσωπικότητα. Ο υπερβολικός προστατευτισμός τα τσαλάκωσε, και δεν το πήραμε χαμπάρι.
Παιδιά που βαριούνται να γράψουν ολόκληρες τις λέξεις όταν επικοινωνούν, παιδιά που σέρνονται εμείς τα κάναμε έτσι. Όμως πάνε φροντιστήριο, μαθαίνουν ξένες γλώσσες, προς τι;
Ο εύκολος δανεισμός από την τράπεζα, είναι ένας άλλος παράγων, που μας έκανε ακόμα μαλθακότερους. Αντί να αγωνίζομαι να βρώ χρήματα, δουλεύοντας διπλά, παίρνω δάνειο. Πως το εξοφλώ; Αυτό είναι δευτερεύων, σημασία έχει να πάρω το δάνειο, όχι το στεγαστικό, αλλά για να πάω διακοπές στην Καραϊβική, λές και η Ελλάδα δεν έχει τόσο νησιά και μάλιστα παρθένα και αμόλυντα από τους τουρίστες.
Και αφήσαμε το πεδίο της δημοκρατίας και του αγώνες της στους επαγγελματίες του είδους. Κάθε καιροσκόπος βολεύτηκε. Και οι αγωνιστές βολευτήκαν αλλά με άλλο τρόπο, με ένα μαξιλάρι ακόμα στην πλάτη του καναπέ. Μπορείς να σηκωθείς τώρα; Από τα τόσα μαξιλάρια θα πέσεις κάτω.
Τα παιδιά μας σε τελική ανάλυση, τι μας φταίγανε και τα κάναμε έτσι;

Πολιτικολογίες


Πολιτικολογίες
Τι καλά που υπάρχουν οι φίλοι εκείνοι, που εύστοχα και διακριτικά ξέρουν πώς να σε επαναφέρουν στην τάξη. Ένα μονολεκτικό μήνυμα πήρα από έναν φίλο και συνοδοιπόρο πολλά χρόνια τώρα και έγραφε «πολιτικολογείς».
Προσπάθησα να το διαψεύσω, αλλά δεν τα κατάφερα. Επηρεασμένος από το κλίμα των ημερών, παρασύρθηκα ίσως σε πολιτικολογίες, παρά το γεγονός ότι επιμελώς αποφεύγω. Σήμερα όμως θα πολιτικολογήσω εν γνώσει μου, εσκεμμένα απροκάλυπτα αλλά όχι προκατειλημμένα.
Η εξέγερση του πολυτεχνείου έφερε στην χώρα μας την μεταπολίτευση. Όσοι μέσα και έξω αγωνίστηκαν τότε, μοναδικό σκοπό είχαν να έρθει η δημοκρατία στον τόπο. Και μετά άρχισε η φαγωμάρα.
Μήπως στην κατοχή το ίδιο δεν έγινε; Όλοι αγωνίστηκαν να φύγουν οι κατακτητές, και μετά άρχισε η φαγωμάρα. Στην Μικρασιατική εκστρατεία και τα επακόλουθα της, αιτία η φαγωμάρα. Και τώρα παρά την φαγωμάρα μας, θα σταθούμε στα πόδια μας είναι περισσότερο από βέβαιο, αυτό που ψάχνουμε είναι το πώς;
Θυμάμαι σε ένα χωριό στην Κρήτη, ένα γέρο βοσκό, παρά τα πολλά χρόνια του, δεν σταμάτησε να δουλεύει. Εισόδημα είχε την σύνταξη του ΟΓΑ και ότι οικονομούσε από τα πρόβατα του, ήταν περίπου τριάντα. Δεν πανώγραφε ποτέ του στις δηλώσεις για επιδοτήσεις, και ήταν περήφανος γι’ αυτό, ο Βασιλαριάς, έτσι τον φωνάζαμε. Όταν ήρθε η περιβόητη αλλαγή, τον πρότειναν για σύνταξη αγωνιστού, (εθνικής αντίστασης), και αυτός τότε αρνήθηκε, πήρε το παράσημο που του αναλογούσε, αλλά αποστόμωσε τους πάντες λέγοντας, «Εγώ μωρέ για την Πατρίδα αγωνίστηκα, όχι για την σύνταξη». Και ήταν όντως ήρωας.
Στο ίδιο χωριό, ένας συνομήλικος του, αγωνιστής στο ίδιο αντάρτικο, ζητούσε να γίνει μνημείο ηρώων, επειδή στο διπλανό χωριό είχε στηθεί ένα τέτοιο. Στην παρατήρηση μου πως πρέπει να υπάρχουν ήρωες, πρότεινε το εαυτό του, και όταν του είπα πως πρέπει να είναι νεκροί αυτοί οι ήρωες, μελαγχόλησε και είπε να μου λείπει.
Αναφέρω αυτό το γεγονός για να δούμε λιγάκι τι επακολούθησε την εξέγερση του πολυτεχνείου, ποιοι ηρωοποιήθηκαν ποιοί εκμεταλλεύτηκαν και απεκόμισαν ωφέλει, και εν τέλει απόκτησαν προσωπικότητα και κύρος που δεν τους άξιζε.
Το Ιανουάριο του 1981 είχαμε παρόμοιας με τα τωρινά έκτασης επεισόδια. Αιτία η απόφαση Α33 του υπουργείου Συντονισμού τότε, υπουργός ο Μητσοτάκης, που προέβλεπε, κανένα προϊόν να μην πωλείτε πάνω από το τριπλάσιο της αξίας εισαγωγής. Έγινε τότε η μεγαλύτερη αναταραχή της μεταπολίτευσης, κατάλαβε ο κόσμος γιατί; Όχι, πιστεύω, ερχότανε η αλλαγή. Ερχότανε ο νέος σωτήρας.
Όμως η αλλαγή είχε γίνει είδη λίγα χρόνια νωρίτερα, όταν καταργήθηκε η ελληνική γλώσσα και εφαρμόστηκε η δημοτική. και ήρθε η αλλαγή και το κακό συνεχίσθηκε, καταργήθηκε η ποδιά στο σχολείο, το ένδυμα ισότητας όλων των παιδιών, και ξεχώρισαν τα μοντελάκια. Το επόμενο βήμα η δημιουργία του δεκαπενταμελούς στα σχολεία, να ελέγχουν οι μαθητές τους δασκάλους. (τελευταία διαβάζω, θα τους βαθμολογούν κι’ όλας).
Εκείνης της γενιάς οι άνθρωποι, οι αγωνιστές και μη, οι εξηντάρηδες σήμερα και εκεί γύρω περίπου, τι κάνανε τότε;
Όσοι μπόρεσαν και επεδίωξαν βολευτήκαν στην μεγάλη διεύρυνση του κράτους τότε, και γίνανε υπηρεσίες απλά για να βολευόμαστε. Η μεγάλη πλειοψηφία  ησύχασε, διότι επιτέλους ήρθε το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και ο Λαός στην εξουσία.
Έκατσε στον καναπέ, έβλεπε στην τηλεόραση το Ντάλας και την Δυναστεία, και έφτιαχνε πρότυπα. Τα παιδιά κάνανε καταλήψεις στα σχολεία, και οι γονείς δεν ανησυχούσαν, υπήρχε το προηγούμενου του πολυτεχνείου.
Στα χωριά δεν υπήρχε σπίτι χωρίς σύνταξη. Τα χρήματα που έρχονταν από την Ευρώπη για υποδομές, γίνανε αυτοκίνητα και σπίτια. Η μερσεντές κόστιζε ένα τούβλο, (ένα πάκο χιλιάρικα όσο το τούβλο), ένα εκατομμύριο. Τα νυχτομάγαζα γεμάτα κάθε βράδυ. Τα δάνεια εύκολα δίνονταν από τους συνεταιρισμούς, και αν κανείς είχε ενδοιασμό στο να χρεωθεί, το παρακινάγανε οι υπόλοιποι, «πάρε και θα χαριστούν τα χρέη». Υπήρχε το προηγούμενο της Χούντας που χάρισε τα αγροτικά χρέη. Και ο ρωμιός είναι πάντα ευκολόπιστος, σε ότι τον συμφέρει.
Θυμόμαστε όλοι τον Κωσκωτά, πως προβάλλονταν ο νέος αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας και ζήσαμε την περιπέτεια του. Υπό το βάρος των σκανδάλων, φτάσαμε στο (βρώμικο 89), έτσι απεκλήθη.
Για θυμηθείτε τότε επιλαμβανόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, για θυμηθείτε συνδυασμούς κυβερνητικούς, Τζανετάκης και Ζωλότας, είναι ονόματα πρωθυπουργών, ο δεύτερος 90 χρονών τότε, αλλά και διοικητής της τράπεζας της Ελλάδος, από όταν θυμάμαι. Θυμηθείτε το όνομα Κατσίκης, ο μόνος βουλευτής που έβγαλε το κόμμα του Στεφανόπουλου, ΔΙΑΝΑ, προσχώρησε στην ΝΔ και αποκτήσαμε κυβέρνηση.  
Πόσο εύκολα λησμονεί ο Έλληνας. Δεν έκανε για βουλευτής, ήταν άριστος για πρόεδρος.
Και προέκυψε το σκοπιανό θέμα, και φάνηκε η ΠΟΛΑ του Σαμαρά στον ορίζοντα. Και αυτός σήμερα είναι ο τιμητής πάντων. Επέστρεψε η αλλαγή αφού πήρε τη ρεβάνς με αρχηγό γερασμένο και άρρωστο. Στο παρασκήνιο ετοιμαζόταν ο νέος σωτήρας, ο καθηγητής,  οικονομολόγος και τελικά ο μακροβιότερος συνεχόμενα πρωθυπουργός της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Η είσοδος στην ΟΝΕ, το μεγάλο επίτευγμα, ήταν δυνατόν να γίνει χωρίς ανταλλάγματα;
Ο μέσος Έλληνας όμως έβλεπε την Λάμψη και Τόλμη και Γοητεία, καθισμένος αναπαυτικά στον καναπέ του. Η φούσκα του χρηματιστηρίου θα έσκαγε, και αυτός δεν έπαιρνε χαμπάρι.
Άκουγα τότε και μου κακοφαινότανε. (παίζω στο χρηματιστήριο). Όχι δεν παίζεις στο χρηματιστήριο, εκεί επενδύεις. Ακριβώς επειδή παίζανε χάσανε κι’ όλας, επειδή κάποιοι ξέρανε να παίζουν με μπλόφες.
Πριν φτάσει η καταστροφή ετοίμαζε τον νέο σωτήρα, το διάδοχο του, με ένα εκατομμύριο ψήφους, χωρίς όμως αντίπαλο. Κουβαλώντας ένα μεγάλο όνομα. Να ανταγωνιστεί ένα εξ ίσου μεγάλο όνομα. Αυτός ο προηγούμενος πρωθυπουργός που προβλήθηκε ως ο καταλληλότερος, τον είχαν ετοιμάσει οι «Βαρώνοι», ως σωτήρα της Ελλάδας και της παράταξης, αυτός που δεν είχε διοικήσει  ούτε νομαρχία.
Ετοιμάζεται ο νέος σωτήρας, το έγραφα και προχθές. Κάπου διάβασα σε ειδήσεις, πως τον επευφημούσαν, νάτος νάτος ο πρωθυπουργός. Ας ευχηθούμε να μην προκύψει νέος Κωσκωτάς.
Και ενώ περνάμε δύσκολες ώρες, ασχολούμαστε πάλι με διαγραφές και προγραφές, αρχίζοντας μια νέα φαγωμάρα. Είναι τόσο φανερή η προσπάθεια να μας διχάσουν, που απορώ πως δεν το βλέπουν ορισμένοι. Πρέπει να μαντρωθεί ο Έλληνας, για να τον ελέγξουμε, αλλά πρώτα φτιάχνουμε το τσομπάνη του.
Ξαφνικά, ο καναπές δεν είναι αναπαυτικός, μήπως φταίει ο Φώσκολος που λείπει από την τηλεόραση; Μήπως τελείωσε το ουίσκι μας, και δεν έχουμε άλλο; Μήπως τελικά ήρθε η ώρα;
Χορτάσαμε ψωμί και βλαστημήσαμε το Θεό, τώρα θα μας λείψει ποιος ξέρει για πόσο, αλλά θα ξαναπάρουμε τα πάνω μας.

Για κάποια δουλειά προχθές, αναζήτησα βοήθεια από εργάτη. Μου συστήσανε κάποιον Αλβανό. Δεν υπάρχει Έλληνας να κάνει τέτοιες δουλειές. Ήρθε ο φουκαράς, μετά το μεροκάματο του, να δουλέψει, και δούλεψε φιλότιμα. Στην κουβέντα που κάναμε μου ανέφερε ότι δεν προλαβαίνει. Τον ζητούν πολλοί, σε αντίθεση με κάποιους γείτονες του, που κάνουν ένα ή δύο μεροκάματα την εβδομάδα. Ο λόγος, το φιλότιμο του, δουλεύει χωρίς να κοροϊδεύει. Η οικογένεια μένει στην Αλβανία, όπου έχει αγοράσει σπίτι, και δεύτερο, και δεν τον τρομάζει η κρίση, «εγώ λέει θα έχω δουλειά και αν όχι θα φύγω να πάω στην πατρίδα μου. Εκεί θα έρχονται έλληνες εργάτες τώρα».
Είναι τόσο απλό, αυτοί που πριν από λίγα χρόνια ήρθαν για να ζήσουν, εδώ να φεύγουν τώρα. Η συγκομιδή τελείωσε.
Το όνειρο της μεγάλης Αλβανίας θα αρχίσει να υλοποιείται. Το σκοπιανό θέμα τελειώνει. Κα εδώ ώρα είναι κάνουμε ασκήσεις μνήμης. Ποιος ήταν ο υπουργός εξωτερικών που ήρε το εμπόλεμο με την Αλβανία; Ήταν ο Παπούλιας ο σημερινός μας πρόεδρος. Τυχαίο;  ποιος ήταν υπουργός εξωτερικών, που άνοιξε τα σύνορα και επέτρεψε την είσοδο Αλβανών εργατών στον τόπο μας; Ήταν ο Σαμαράς, ναι ο αρχηγός της αντιπολίτευσης. Τυχαίο; Παραβλέπω το ζεϊμπέκικο του ΓΑΠ, μπροστά στον τούρκο πασά.
Με λυπεί όμως η κουβέντα του προχθές στην βουλή.  Είμαι Έλληνας της διασποράς, όχι επειδή το θέλησα. Αυτοί οι Έλληνες της διασποράς, που το θέλησαν θα σώσουν την Ελλάδα και πάλι.
  
   

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

Από άλλη σκοπιά

Το μοναστήρι να είναι καλά και οι καλόγεροι ν’ αλλάζουν, λέει μια παροιμία. μετά τα χθεσινά γεγονότα, θα την παραφράζαμε «η Βουλή να είναι καλά, και Βολευτές ν’ αλλάζουν».
Λυπηρά όλα όσα γίνανε, ψάχνουμε τους εγκληματίες, υποτίθεται, αλλά η συνέχεια του έργου γίνεται χωρίς ανάπαυλα.
Μια σκέψη θέλω να αποτυπώσω σήμερα, αντλώντας την από το μοναστηριακό τρόπο ζωής. Όχι μην νομίζεται πως θα κάνω προπαγάνδα υπέρ αυτού, άλλωστε η κλήση είναι απόλυτα προσωπική υπόθεση του καθενός.
Στην δύσκολη κατάσταση που φτάσαμε ως κοινωνία, με τις θέσεις εργασίας να είναι εξαιρετικά λιγότερες από τα εργατικά χέρια που προσφέρονται, δυο τρόποι υπάρχουν να λυθεί η εξίσωση. Η να αυξηθούν τα πόστα, ή λιγοστέψουν οι υποψήφιοι. Θα αναφερθώ στην δεύτερη πιθανότητα, αν και κινδυνεύω να χαρακτηριστώ ως αντί φεμινιστής.
Με την έξοδο της γυναίκας στην αγορά εργασίας, άρχισε να χαλά ο κοινοβιακός τρόπος ζωής της οικογένειας. Η ύπαρξη δύο ταμείων και η διαχείριση με διαφορετικά κριτήρια, έφερε την καταστροφή. Έχουμε την περίπτωση που το ζευγάρι προγραμματίζει χωρίς να ομονοεί. Αν έχουμε και εργαζόμενα παιδιά που συνοικούν, έχουμε και άλλα κουμάντα.
Λίγα χρόνια παλαιότερα η γυναίκα νοικοκυρά, έκανε το κουμάντο όσων τις κουβαλούσε ο άντρας και τα παιδιά. Δεν ήταν εργαζόμενη, ήταν όμως ο κυρίαρχος παράγων μέσα στην οικογένεια. Γύρω από αυτήν στριφογύριζαν πάντες. Ο τρόπος ζωής της οικογενείας ήταν κοινοβιακός. Στο κοινόβιο υπάρχει αλληλεγγύη. Στο κοινόβιο το έλλειμμα του ενός το συμπληρώνει ο άλλος.
Σήμερα ο τρόπος ζωής της οικογενείας είναι ιδιόρρυθμος, και όπως ο ιδιόρρυθμος μοναχισμός είναι κακός, έτσι και η ιδιόρρυθμη οικογένεια είναι διαλυμένη. Εάν σταματήσει η γυναίκα να εργάζεται, θα συμβούν τα παρακάτω.
Θα περισσέψουν κατ’ αρχάς θέσεις εργασίας, να απασχοληθούν άνδρες. Θα ξαναμάθει να κάνει παιδιά, και να είναι η μητέρα που τα ανατρέφει. Θα κλείσουν με αυτόν τον τρόπο οι παιδικοί σταθμοί, που δεν θα έχουν αντικείμενο εργασίας. Το παιδί στα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής του έχει απόλυτη εξάρτυση από την μάνα του, στο παιδικό σταθμό δεν αναπληρώνεται αυτή η ανάγκη. Θα έχει χρόνο να αναθρέψει όσα παιδιά έρθουν, χωρίς να καταφεύγει στον φόνο μέσω της έκτρωσης.
Θα μυρίσει το σπίτι φαγητό μαγειρεμένο, και ψωμί ζυμωμένο. Τα κάθε είδους delivery, θα εκλείψουν. Το αγνό φαγητό θα έχει ως αποτέλεσμα την ευρωστία όλης της οικογένειας. Το χαμόγελο που θα προσφέρει ανοίγοντας την πόρτα θα αναζωογονήσει όλο το κλίμα.
Θα ξαναποκτήσει την προσωπικότητα της νοικοκυράς, που γύρω της όλοι θα στροβιλίζονται και θα την έχουν ανάγκη. Θα επανέλθει το κοινόβιο, το κοινό ταμείο στην οικογένεια, και οι κοινές επιδιώξεις.
Τέλος θα επανεξετάσουμε την στάση μας απέναντι στην ζωή, τι ζητά η γυναίκα τελικά, οικονομική και κοινωνική αναγνώριση; ή την οικογενειακή θαλπωρή και καταξίωση;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Πολλά τα θλιβερά, και λίγα τα αισιόδοξα κι’ όμως . . . .. εντρυφήστε


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ' την πίκρα τους.
Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.
Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους -
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ' έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ' τ' άγρια γενεια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ' τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.
Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.
Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.
Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε -
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ' τα χέρια τους
 τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

II
Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ώς το μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.
Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ' οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Aλωνάρη
- κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ' τον καημό της δύσης.
H Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα λεκιασμένη απ' τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ' τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.
Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ' η ελιά,
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.
A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες
απάνου στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού "κι αυτό θα περάσει"
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ' τα εφτά σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρει το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.
Tούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης
μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ώς το χάραμα
καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Oδυσσέα.
A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί θα κόψει το κουράγιο
και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ' αστροπερίχυτα περβόλια;
Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Mάη στη ναυτική ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.
Kαι νά που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Aιγαίου το βράχο και το αλάτι.
Mπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ' Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο δείπνο
κόβοντας τον καημό στα δυο έτσι που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι.
Έλα κυρά με τ' αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
από την έγνοια του φτωχού κι απ' τα πολλά τα χρόνια -
η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.
Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατακόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
μέσα στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει ελάτι
κ' η μάνα κάτου απ' τη ρυτίδα της κρατάει γερά μαχαίρι.
Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του κεραυνού -
πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις πάλι τ' άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και τ' Aπριλιού το χιόνι
και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυρώσει τις δαγκάνες του.

III
Δω πέρα ο ουρανός δε λιγοστεύει ούτε στιγμή το λάδι του ματιού μας -
δω πέρα ο ήλιος παίρνει πάνω του το μισό βάρος της πέτρας που σηκώνουμε πάντα στη ράχη,
σπάνε τα κεραμίδια δίχως αχ κάτου απ' το γόνα του μεσημεριού
οι άνθρωποι παν μπροστά απ' τον ίσκιο τους σαν τα δελφίνια μπρος απ' τα σκιαθίτικα καΐκια
ύστερα ο ίσκιος τους γίνεται ένας αϊτός που βάφει τα φτερά του στο λιόγερμα
και πιο ύστερα κουρνιάζει στο κεφάλι τους και συλλογιέται τ' άστρα
όταν αυτοί πλαγιάζουνε στο λιακωτό με τη μαύρη σταφίδα.
Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια
κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ' άγρια μάτια και μαλλιά σκοινένια
κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά τη βελονιά μια κόκκινη γοργόνα
κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου απ' τη φούστα της
και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στην καρδιά τους
σαν τα χνάρια απ' το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα.
Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Tο ξέρουμε.
Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα Ψηλαλώνια. O αγέρας είναι αψύς κει πάνου.
Όταν ξεφτάει απόμακρα η μινωική τοιχογραφία της δύσης
και σβήνει η πυρκαϊά στον αχερώνα της ακρογιαλιάς
ανηφορίζουν ώς εδώ οι γριές απ' τα σκαμμένα στο βράχο σκαλοπάτια
κάθουνται στη Mεγάλη Πέτρα γνέθοντας με τα μάτια τη θάλασσα
κάθουνται και μετράν τ' αστέρια ως να μετράνε τα προγονικά ασημένια τους κουταλοπήρουνα
κι αργά κατηφοράνε να ταΐσουνε τα εγγόνια τους με το μεσολογγίτικο μπαρούτι.
Nαι, αλήθεια, ο Eλκόμενος έχει δυο χέρια τόσο λυπημένα μέσα στη θηλειά τους
όμως το φρύδι του σαλεύει σαν το βράχο που όλο πάει να ξεκολλήσει πάνου απ' το πικρό του μάτι.
Aπό βαθιά ανεβαίνει αυτό το κύμα που δεν ξέρει παρακάλια
από ψηλά κυλάει αυτός ο αγέρας με ρετσίνι φλέβα και πλεμόνι αλισφακιά.
Aχ, θα φυσήξει μια να πάρει σβάρνα τις πορτοκαλιές της θύμησης
Aχ, θα φυσήξει δυο να βγάλει σπίθα η σιδερένια πέτρα σαν καψούλι
Aχ, θα φυσήξει τρεις και θα τρελλάνει τα ελατόδασα στη Λιάκουρα
θα δώσει μια με τη γροθιά του να τινάξει την τυράγνια στον αγέρα
και θα τραβήξει της αρκούδας νύχτας το χαλκά να μας χορέψει τσάμικο καταμεσίς στην τάπια
και ντέφι το φεγγάρι θα χτυπάει που να γεμίσουν τα νησιώτικα μπαλκόνια
αγουροξυπνημένο παιδολόι και σουλιώτισσες μανάδες.
Ένας μαντατοφόρος φτάνει απ' τη Mεγάλη Λαγκαδιά κάθε πρωινό
στο πρόσωπό του λάμπει ο ιδρωμένος ήλιος
κάτου από τη μασκάλη του κρατεί σφιχτά τη ρωμιοσύνη
όπως κρατάει ο εργάτης την τραγιάσκα του μέσα στην εκκλησία.
Ήρθε η ώρα, λέει. Nάσαστε έτοιμοι.
Kάθε ώρα είναι η δικιά μας ώρα.

IV
Tράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ' ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.
Aπό δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ' αυτιά τους.
Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ' αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.
Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό - για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στην πλατεία, μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια
και κουδούνιζαν τα γυαλικά στα ράφια.
A, τι τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια -
ανάμεσα στα γόνατά τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα νάσπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.
Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες στη νύχτα να ταΐσεις τα όνειρα;
Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματά τους;
Tο χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας - αίμα τους - πώς μύριζε το χώμα -
και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα τους τ' αμπέλια μας
πώς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ' το χώμα
κι οι άλλοι μισοί στα σίδερα;
Mε τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Aυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ' το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί - προσμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Tούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας - δε μπορεί κανείς να μας το πάρει.

V
Kάτσανε κάτου απ' τις ελιές το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτί φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε στο μονοπάτι της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε τη σημαία.
Eίχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνό χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μια μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθινοπώρου.
Tίποτ' άλλο δεν έμενε. Mονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.
Oι άλλοι μάς άφησαν από καιρό κάτου απ' τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Mόνο που η σιγαλιά μεγάλωνε πολύ
κ' είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλό σαν το νοικοκυριό της σκοτωμένης.
Tι θα γίνουν τώρα όταν θάρθει η βροχή μες στο χώμα με τα σάπια πλατανόφυλλα;
τι θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς
σα σπασμένος κοριός στο χωριάτικο κρεββάτι;
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το λελέκι του χιονιού;
Pίχνουνε αλάτι οι γριές μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ' αμπέλια της Mονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη ρώγα των εχτρών το στόμα,
βάλαν σ' ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζί με τα μαχαιροπήρουνα
και τριγυρνάνε έξω απ' τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.
Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μια γλώσσα πιο της κερασιάς,
λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη -
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια
ή απάνου στα βουνά ή κάτου απ' τη θάλασσα,
δεν ξεχνάνε, ποτέ δεν ξεχνάνε -
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρωτήσουν μια μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατό τους, πάνου στο βιβλίο
ή μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.
Θα χρειαστεί καιρός. Kαι πρέπει να μιλήσουμε.
Ώσπου να βρούν το ψωμί και το δίκιο τους.
Δυο κουπιά καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει.
Kαμένο το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;
Στάχτη η ελιά, τ' αμπέλι και το σπίτι.
Bραδιά σπαγγοραμμένη με τ' αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερή και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ' άγγιξε η φωτιά.
Kαπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι - και να κοχλάζει
μόνο το νερό στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.
Aπάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους - τρεχει το αίμα μες στις φλέβες.
Kαι νά το βήμα γνώριμο. Ποιος είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.
Tο σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Kάποιος έρχεται.
Tο σύνθημα, το παρασύνθημα. Aδελφός. Kαλησπέρα.
Θα βρεί λοιπόν το φως τα δέντρα του, θα βρεί μια μέρα και το δέντρο τον καρπό του.
Tου σκοτωμένου το παγούρι έχει νερό και φως ακόμα.
Kαλησπέρα, αδερφέ μου. Kαλησπέρα.
Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικά και ντεμισέδες η γριά δύση.
Kανείς δεν αγοράζει. Tράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.
Mέσα στ' αλώνι όπου δειπνήσαν μια νυχτιά τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ' τ' άρματά τους.
Μένουν ολόγυρα τα κυπαρίσσια κι ο δαφνώνας.
Tην άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας τους,
τα παιδιά φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους
που ανάψαν τα τσιγάρα τους και τ' αγκάθια των άστρων.
K' η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ' τις ελιές το απομεσήμερο άντικρυ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ' ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Aγιά-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ' ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού στον κόρφο της λιακάδας.
K' ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορά την ιστορία του κόσμου.

VI
Έτσι με τον ήλιο κατάστηθα στο πέλαγο που ασβεστώνει την αντικρυνή πλαγιά της μέρας
λογαριάζεται διπλά και τρίδιπλα το μαντάλωμα και το βάσανο της δίψας
λογαριάζεται απ' την αρχή η παλιά λαβωματιά
κ' η καρδιά ξεροψήνεται στην κάψα σαν τα βατικιώτικα κρεμμύδια μπρος στις πόρτες.
Όσο πάνε τα χέρια τους μοιάζουνε πιότερο το χώμα
όσο πάνε τα μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τον ουρανό.
Άδειασε το κιούπι με το λάδι. Λίγη μούργα στον πάτο. Kι ο ψόφιος ποντικός.
Άδειασε το κουράγιο της μάνας μαζί με το πήλινο κανάτι και τη στέρνα.
τυτυφίζουν τα ούλα της ερμιάς απ' το μπαρούτι.
Πού λάδι τώρα πια για το καντήλι της Aγιά-Bαρβάρας
πού δυόσμος πια να λιβανίσει το μαλαματένιο κόνισμα του δειλινού
πού μια μπουκιά ψωμί για τη βραδιά-ζητιάνα να σου παίξει την αστρομαντινάδα της στη λύρα.
Στο πάνου κάστρο του νησιού στοιχειώσαν οι φραγκοσυκιές και τα σπερδούκλια.
Tο χώμα ανασκαμμένο από το κανονίδι και τους τάφους.
Tο γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο με ουρανό. Δεν έχει πια καθόλου τόπο
για άλλους νεκρούς. Δεν έχει τόπο η λύπη να σταθεί να πλέξει τα μαλλιά της.
Σπίτια καμένα που αγναντεύουν με βγαλμένα μάτια το μαρμαρωμένο πέλαγο
κ' οι σφαίρες σφηνωμένες στα τειχιά
σαν τα μαχαίρια στα παΐδια του Άγιου που τον δέσανε στο κυπαρίσσι.
Όλη τη μέρα οι σκοτωμένοι λιάζονται ανάσκελα στον ήλιο.
Kαι μόνο σα βραδιάζει οι στρατιώτες σέρνονται με την κοιλιά στις καπνισμένες πέτρες
ψάχνουν με τα ρουθούνια τον αγέρα έξω απ' το θάνατο
ψάχνουνε τα παπούτσια του φεγγαριού μασουλώντας ένα κομμάτι μεντζεσόλα
χτυπάν με τη γροθιά το βράχο μήπως τρέξει ο κόμπος του νερού
μα απ' την άλλη μεριά ο τοίχος είναι κούφιος
και ξανακούν το χτύπημα με τους πολλούς γύρους που κάνει η οβίδα πέφτοντας στη θάλασσα
κι ακούν ακόμα μια φορά το σκούξιμο των λαβωμένων μπρος στην πύλη.
Πού να τραβήξεις; Σε φωνάζει ο αδερφός σου.
Xτισμένη η νύχτα ολόγυρα απ' τους ίσκιους ξένων καραβιών.
Kλεισμένοι οι δρόμοι απ' τα ντουβάρια.
Mόνο για τα ψηλά είναι ακόμα δρόμος.
Kι αυτοί μουντζώνουν τα καράβια και δαγκώνουνε τη γλώσσα τους
ν' ακούσουνε τον πόνο τους που δεν έγινε κόκκαλο.
Aπάνω στα μεντένια οι σκοτωμένοι καπετάνιοι ορθοί φρουρούν το κάστρο.
Kάτου απ' τα ρούχα τους λυώνουν τα κρέατά τους. Έι, αδέρφι, δεν απόστασες;
Μπουμπούκιασε το βόλι μέσα στην καρδιά σου
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στη μασκάλη του ξερόβραχου,
ανάσα-ανάσα η μοσκοβόλια λέει το παραμύθι - δε θυμάσαι;
δοντιά-δοντιά η λαβωματιά σού λέει τη ζωή,
το χαμομήλι φυτρωμένο μες στη λίγδα του νυχιού σου στο μεγάλο δάχτυλο του ποδαριού
σού λέει την ομορφιά του κόσμου.
Πιάνεις το χέρι. Eίναι δικό σου. Nοτισμένο απ' την αρμύρα.
Δικιά σου η θάλασσα. Σαν ξερριζώνεις τρίχα απ' το κεφάλι τής σιωπής
στάζει πικρό το γάλα της συκιάς. Όπου και νάσαι ο ουρανός σε βλέπει.
Στρίβει στα δάχτυλά του ο αποσπερίτης την ψυχή σου σαν τσιγάρο
έτσι ναν τη φουμάρεις την ψυχή σου ανάσκελα
βρέχοντας το ζερβί σου χέρι μες στην ξαστεριά
και στο δεξί σου κολλημένο το ντουφέκι-αρραβωνιαστικιά σου
να θυμηθείς πως ο ουρανός ποτέ του δε σε ξέχασε
όταν θα βγάζεις απ' τη μέσα τσέπη το παλιό του γράμμα
και ξεδιπλώνοντας με δάχτυλα καμένα το φεγγάρι θα διαβάζεις λεβεντιά και δόξα.
Ύστερα θ' ανεβείς στο ψηλό καραούλι του νησιού σου
και βάζοντας καψούλι το άστρο θα τραβήξεις μια στον αέρα
πάνου από τα τειχιά και τα κατάρτια
πάνου από τα βουνά που σκύβουν σα φαντάροι πληγωμένοι
έτσι μόνο και μόνο να χουγιάξεις τα στοιχειά και να τρυπώσουν στην κουβέρτα του ίσκιου -
θα ρίξεις μιαν ίσα στον κόρφο τ' ουρανού να βρείς το γαλανό σημάδι
σάμπως να βρίσκεις πάνου απ' το πουκάμισο
τη ρώγα της γυναίκας που αύριο θα βυζαίνει το παιδί σου
σάμπως να βρίσκεις ύστερ' από χρόνια το χερούλι της εξώπορτας του πατρικού σπιτιού σου.

VII
Tο σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην αυλή που τα τσιμπολογάν οι κόττες.
Tα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Δω χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιά παρατημένο το κίτρινο πουκάμισό της.
Δω χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφήγκας με τις πολλές πολεμίστρες,
στην ίδια ελιά το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ' η φωνή του φετεινού τζίτζικα,
στα σκοίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει από πίσω σα σκυλί αμίλητο, πολύ βασανισμένο,
πιστό σκυλί - τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στο χωματένιον ύπνο σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες
τα βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.
Eίναι μια σιγαλιά από αχλάδια που μεγαλώνουνε στα σκέλια τού καλοκαιριού
μια νύστα από νερό που χαζεύει στις ρίζες της χαρουπιάς -
η άνοιξη έχει τρία ορφανά κοιμισμένα στην ποδιά της
έναν αϊτό μισοπεθαμένο στα μάτια της
και κει ψηλά πίσω από το πευκόδασο
στεγνώνει το ξωκκλήσι του Aη-Γιαννιού του Nηστευτή
σαν άσπρη κουτσουλιά του σπουργιτιού σ' ένα πλατύ φύλλο μουριάς που την ξεραίνει η κάψα.
Eτούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του
έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού ένα στεγνό ποτάμι
έχει ένα δάσος βελανιδιές σε κάθε τρύπα της φλογέρας του
και το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους με το κουπί που πρωτοχτύπησε το γαλάζιο του Eλλήσποντου.
Δε χρειάζεται να θυμηθείς. H φλέβα του πλάτανου
έχει το αίμα σου. Kαι το σπερδούκλι του νησιού κ' η κάπαρη.
Tο αμίλητο πηγάδι ανεβάζει στο καταμεσήμερο
μια στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι από άσπρο άνεμο
μια στρογγυλή φωνή σαν τα παλιά πιθάρια - η ίδια πανάρχαιη φωνή.
κι ο ουρανός ξεπλένει με λουλάκι τα λιθάρια και τα μάτια μας.
Την πάσα νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει τους σκοτωμένους
ψάχνει τα πρόσωπά τους με παγωμένα δάχτυλα
να βρεί το γιο του απ' την κοψιά του σαγονιού κι απ' τα πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρεί. Kάτι βρίσκουμε.
Ένα φυλαχτό με τίμιο ξύλο. Ένα τσιγάρο στρπατσαρισμένο.
Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά.
Kουρντίζουμε πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.
Όταν μεθαύριο λυώσουνε τα ρούχα τους
και μείνουνε γυμνοί ανάμεσα στα στρατιωτικά κουμπιά τους
έτσι που μένουν τα κομμάτια τ' ουρανού ανάμεσα από τα καλοκαιριάτικα άστρα
έτσι που μένει το ποτάμι ανάμεσα στισ ροδοδάφνες
έτσι που παει το μονοπάτι ανάμεσα στις λεμονιές στο έμπα της άνοιξης,
τότε μπορεί να βρούμε τ' όνομά τους και μπορεί να το φωνάξουμε: αγαπάω.
Tότε. Mα πάλι αυτά τα πράγματα είναι λιγάκι σαν πολύ μακρινά.
Eίναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι ένα χέρι και λες καλησπέρα
με την πικρή καλογνωμιά του ξενητεμένου όταν γυρνάει στο πατρικό του
και δεν τον γνωρίζουνε μήτε οι δικοί του,
γιατί αυτός έχει γνωρίσει το θάνατο
κ' έχει γνωρίσει τη ζωή πριν απ' τη ζωή και πάνου από το θάνατο
και τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Aύριο, λέει. K' είναι σίγουρος
πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού.
Kαι να την ώρα που το φεγγάρι τον φιλάει στο λαιμό με κάποια στεναχώρια,
τα φύκια, η γλάστρα, το σκαμνί κ' η πέτρινη ανεμόσκαλα τού λένε καλησπέρα
και τα βουνά κ' οι θάλασσες κ ' οι πολιτείες κι ο ουρανός τού λένε καλησπέρα
και τότε τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ' του μπαλκονιού τα κάγκελα
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά των δέντρων και των άστρων και των αδελφών του.

στατιστικά

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

Το χωριό σήμερα


"Η αφισα είναι από την δεκαετια του 70. Τελικα τα κατάφερε στις μερες μας !!!
Ολοι θα γυρίσουμε στα χωριά μας , να φυτευουμε λαχανικα και να βόσκουμε τα ζωντανά για να επιβιώσουμε"

Περιδιαβαίνοντας στο διαδίκτυο, (σερφάροντας στα Ελληνικά), πέρασα και από το τρωκτικό, και είδα την φωτογραφεία που παραθέτω, με το σκωπτικό και ολιγόλογο σχόλιο, αυτού που ανώνυμα αναφέρεται ως Αναγνώστης.
Για όσους δεν γνωρίζουν το τρωκτικό είναι ένα Blog, που αναρτούν κάποιοι επώνυμοι και ανώνυμοι τις απόψεις τους για διάφορα θέματα. Το πρώτο σε επισκεψημότητα, αλλά όχι σε ποιότητα.

Τα κατάφερε τελικά να μας πάει στο χωριό; Μα σε πιο χωριό;
Το ελληνικό χωριό κάποτε ήταν γεμάτο από αγνούς ανθρώπους, που το αγαπούσανε και το πονάγανε. Πόσοι αγώνες δεν έγιναν για να ονομασθούν χωριά και ενορίες οι συνοικισμοί, και να αποκτήσουν Παπά, πρόεδρο και δάσκαλο. Οι αλληλέγγυοι κάτοικοι μοιάζουν να είναι μακρινή φιγούρα, σαν από παραμύθια.
Έχουμε στην Κρήτη ένα χωριό π.χ. το Αρκάδι, που όλοι τους οι κάτοικοι λέγονται Σκουλάδες, εκτός από ένα-δύο σώγαμπρους. Αυτό σημάνει πως όλοι είναι μιας οικογένειας απόγονοι. Πιστεύω πως δεν είναι το μόνο, ασφαλώς και θα υπάρχουν κι άλλα, εγώ αυτό γνωρίζω και το αναφέρω ενδεικτικά.
Αυτού του είδους τα χωριά είναι καταδικασμένα στην αφάνεια. Αρχίζοντας με τις συγχωνεύσεις των σχολείων, για να μάθουν τα παιδιά μας καλλίτερα τα γράμματα, κλείσαμε τα μονοθέσια σχεδόν όλα. Αναλογίστηκε άραγε κανείς πως ένα παιδί που πάει σε άλλο χωριό για το σχολείο, αρχίζει να υποτιμά το χωριό του; Του φαίνεται υποδεέστερο, και καλλιεργεί μια μανία φυγής, στην πρώτη ευκαιρία φεύγει, για να μην γυρίσει ποτέ. Ο γυρισμός σημαίνει αποτυχία και ο εγωισμός του Έλληνα δεν το αντέχει.
Το δεύτερο δυνατό κτύπημα στο Ελληνικό χωριό, ήταν ο Καποδίστριας, συγχωνευτήκαν χωριά και κοινότητες και δημιούργησαν τους δήμους. Έχασε ο χωρικός τον άνθρωπο του, τον πρόεδρο που σμίγανε στο καφενείο και τα λέγανε και ξεθύμαιναν. Για ένα χαρτί πρέπει να πάει στον Δήμο, και εκεί γνώρισε την γραφειοκρατία, σε όλο της το μεγαλείο. Σιχάθηκε και θέλει και αυτός να φύγει και καταλήγει αν είναι σε παραγωγική ηλικία σε ένα κεφαλοχώρι.
Ο τρίτος ισχυρός κρίκος του χωριού, ο Παπάς, έγινε ακριβοθώρητος. Με την απομάκρυνση από την Εκκλησία, και την ολοένα αυξανόμενη μείωση των ιερατικών κλίσεων, εξέλειπε και ο εφημέριος του χωριού. Υπάρχουν Παπάδες που εξυπηρετούν τρία και τέσσερα χωριά, όταν στις πολιτείες υπάρχουν σε κάθε Ναό από δύο τουλάχιστον και παραπάνω.
Τώρα έρχεται ο Καλλικράτης, τυχαία νομίζετε; Μάλλον γελιέστε;
Οργανωμένα και στην κατάλληλη στιγμή έρχεται. Απηυδισμένοι και αγανακτισμένοι οι κάτοικοι των μεγαλουπόλεων σκέπτονται να γυρίσουν στα χωριά, αλλά σε ποιά χωριά;
Σε αυτά τα χωριά που δεν υπάρχει πρόεδρος, παπάς και δάσκαλος. Όχι σε αυτά, αυτά είναι ρημάδια, γεμάτα χαλάσματα. Από την εποχή της μεγάλης φυγής στην δεκαετία του 60, έχουνε να καλλιεργηθούν χωράφια και ρουμανιάσανε. Φύγανε τότε γιατί δεν του ζούσε η ύπαιθρος, σήμερα θέλουν να επιστρέψουν γιατί δεν μπορεί να τους ζήσει η πόλις. Με θλίβει πραγματικά όταν κάποιοι σκέφτονται, να μετακινηθούν σε άλλες χώρες και σε άλλες πολιτείες. Η αστυφιλία είναι αρρώστια που στο τελικό στάδιο τρώει τα παιδιά της.
Θα επιστρέψουν σε ένα χωριό του Καλλικράτη, που δεν θα είναι όμως χωριό αλλά πολίχνη, με αστυνόμο και τροχονόμο, με υπηρεσίες και νοσοκομείο, γιατί έτσι έχουν μάθει να ζουν πλέον, και δεν συμβιβάζονται με κάτι λιγότερο. Θα ψάχνουν και εδώ το μεροκάματο και δεν θα βρίσκουν, διότι χωράφια να καλλιεργούν δεν κατέχουν, και τα χωράφια είναι μακριά.
Υπάρχουν νησιά που περνάνε δύσκολες ώρες, και πολλές φορές αποκλείονται. Οι κάτοικοι αυτών έχουν προσαρμοστεί και δεν αγχώνονται. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορούν να προσαρμοστούν οι έλκοντες την καταγωγή τους από αυτά.
Η σημερινή οικονομική κατάσταση μοιάζει με πόλεμο, και είναι κι’ όλας. Το πρώτο χρόνο του πολέμου αιφνιδιαστήκαν οι επαρχιώτες, το δεύτερο οργανωθήκαν και αντισταθήκαν. Φυτέψανε παραπάνω αγαθά και επιβιώσαν.
Οι Αθηναίοι ας θυμηθούν την προτροπή του Μεταξά, «σε κάθε μπαλκόνι, αντί για λουλούδια να βάλτε ζαρζαβατικά». Το γράφω θέλοντας να προλάβω τα επόμενα μέτρα, στα οποία ασφαλώς θα περιλαμβάνεται αυτή η απόστροφος.

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Το στερνοβύζι

Έτσι λέγονται τα τελευταία παιδιά σε πολλούς τόπους της πατρίδας μας, κυρίως εκείνα που έρχονται καθυστερημένα και οι γονείς είναι ταλαιπωρημένοι και κουρασμένοι από την ανατροφή των προηγηθέντων.
Στα καθ’ ημάς τώρα, το στερνοβύζι μου, το ονόμασα Ρόκυ. αφού ο Ράμπο είναι στην φυλακή, προσελήφθη ο Ρόκυ. Στις φωτογραφίες φαίνεται το μέγεθος του, ίσο με ένα παπούτσι μετά από μια εβδομάδα εγκατάστασης στην αυλή του Πυθαγόρα. Παραπονιάρης, αλλά θα στρώσει πιστεύω με τον καιρό, για την ώρα θρέφεται μόνο με γαλατάκι, αλλά θα συνηθίσει γρήγορα στην ασκητική διατροφή, κρεμμύδι, σκόρδο και αγγούρι για το ζάχαρο.
Έχω και άλλα ζωντανά αναθρέψει, και δεν ήθελα αυτήν την περιπέτεια, αλλά αφού ήρθε πρόσφυγας δεν μου έκανε καρδιά να το διώξω.
Στις φωτογραφίες θα δείτε και άλλα αναστήματα δικά μου, κυρίως γάτες αναθρεμμένες με την σύριγγα, αλλά και πρόβατα που ευγνώμονα με ακολουθούσαν.
Ο Ρόκυ δεν τυγχάνει τόσο επιμελούς περιποιήσεως, αλλά απολαμβάνει της γεροντικής αγάπης την θαλπωρή.

ο Ρόκυ

ο καντάφι


ο λαυρέντης και ο μπιθηκότσης

ο ποκοπίκο