Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΣΤΙΣ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑΜΕ.....(Μια ιστορία ύμνος την ανθρώπινη δύναμη)

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ. ΕΙΝΑΙ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ
Το επισυναπτόμενο βίντεο νομίζω ότι είναι μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές στην ιστορία του ερασιτεχνικού αθλητισμού. Η ιστορία με λίγα λόγια πάει κάπως έτσι. Ένα ζευγάρι αποκτά ένα παιδί που έχει σοβαρή ανατομική αναπηρία. Οι γιατροί τους λένε ότι το παιδί δεν θα έχει νοητική ανάπτυξη και δεν τους δίνουν ελπίδες για το μέλλον του. Ο μπαμπάς του σε πείσμα όλων των αντίθετων απόψεων αποκτά ένα κώδικα επικοινωνίας μαζί του και το παιδί αναπτύσσεται νοητικά κανονικά και πηγαίνει στο σχολείο.
Ο μικρός κάποια στιγμή ζητά από τον μπαμπά του να αθληθεί. Ο μπαμπάς δεν έχει καμία σχέση με τον αθλητισμό και αρχίζει να προπονείται κουβαλώντας τον μικρό του γιό στα χέρια για να έχει κι αυτός την χαρά του αθλητισμού!!! Το εκπληκτικό? Ο μπαμπάς πλέον έχει τρέξει δεκάδες μαραθώνιους και Ironman (ειδικός αγώνας) πάντοτε με τη συντροφιά του γιού του!! Το video δείχνει τη συμμετοχή τους σʼ ένα Ιronman. Ο Dick Hoyt κολυμπάει έχοντας δεμένο πάνω του το γιό του σε βάρκα (!), μετά ποδηλατεί 180 χιλιόμετρα (!) με το γιό του σε ειδική θέση πάνω στο ποδήλατο και τέλος τρέχει κι ένα μαραθώνιο σπρώχνοντας το αναπηρικό καρότσι του γιού του!!

Μια συγκινητική και απίστευτα δυνατή ιστορία.

Ο Dick Hoyt είναι ένας συνταξιούχος του Αμερικανικού στρατού, ζει στην πόλη Holland της Μασαχουσέτης των Η.Π.Α. και είναι σήμερα 69 ετών. 47 χρόνια πριν η σύζυγός του Judy έφερε στον κόσμο ένα αγοράκι. Το ονόμασαν Rick. Η γέννα ήταν δύσκολη καθώς ο ομφάλιος λώρος είχε μπλεχτεί γύρω από το λαιμό του εμβρύου. Δυστυχώς σταμάτησε η αιμάτωση του εγκεφάλου για τα πρώτα ζωτικά λεπτά. Ο Rick επέζησε από την κρίσιμη επιπλοκή αλλά όπως είπαν αργότερα οι γιατροί στους γονείς του υπήρχε πρόβλημα. Δεν θα μπορούσε ποτέ ούτε να περπατήσει, ούτε να μιλήσει. Ήταν τετραπληγικός. Τα λίγα λεπτά στέρησης οξυγόνου κατέστρεψαν το τμήμα εκείνο του εγκεφάλου που ελέγχει την κίνηση των άκρων και της ομιλίας. To μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ελέγχει τις κινήσεις του κεφαλιού. Είναι από αυτά που ξέρεις πως σπάνια συμβαίνουν και εύχεσαι να μην σου συμβούν ποτέ. Εννέα μήνες αργότερα οι γιατροί πρότειναν στους Hoyt να βάλουν το Rick σε ένα ειδικό ιατρικό κέντρο για παιδιά με τέτοια προβλήματα όπου θα τύχει της καλύτερης δυνατής φροντίδας. Οι Hoyt ήταν κατηγορηματικοί. Δεν μπορούσαν να αποδεχθούν ότι το παιδί τους θα έμενε για πάντα "φυτό". Πήραν την απόφαση να μεγαλώσουν τον Rick μαζί με τ αδέλφια του σαν ένα φυσιολογικό παιδί. Πέρασε καιρός. Όταν ο Rick ήταν 11 ετών τον πήγαν στο Πολυτεχνείο του Tufts University στη Βοστόνη και ζήτησαν από τους μηχανικούς μήπως υπάρχει κάποιος τρόπος να βοηθήσουν το παιδί να επικοινωνεί. Ήταν μία κρούση στην επιστήμη για να γεφυρώσει το κενό επικοινωνίας. O επικεφαλής καθηγητής είδε το παιδί και απάντησε: "Αδύνατον. Ο εγκέφαλος ενός τέτοιου παιδιού δεν μπορεί να δεχθεί τίποτε!" Ο πατέρας όμως δεν αρκέστηκε σε αυτό. Ήξερε πως στον Rick λείπει η επικοινωνία και όχι η νοημοσύνη. Έκανε μια δεύτερη, πιο ανθρώπινη απόπειρα. "Σας παρακαλώ, μιλήστε του". Είπε ο Dick. "Πείτε του κάτι. Πείτε του ένα αστείο!" Ο καθηγητής είπε στον Rick ένα ανέκδοτο και ο Rick γέλασε. Λίγους μήνες αργότερα οι μηχανικοί του Tufts έφτιαξαν ένα σύστημα με το οποίο ο Rick με διάφορες κινήσεις του κεφαλιού μετακινούσε ένα κέρσορα, επιλέγοντας γράμματα και σχημάτιζε λέξεις στην οθόνη ενός υπολογιστή. Αυτό ήταν! Το παιδί άρχισε να επικοινωνεί . Η πρώτη φράση που έγραψε στον υπολογιστή ήταν : "GO BRUINS". Είναι μια έκφραση των Αμερικανών για να ενθαρρύνουν την ομάδα τους. Bruins είναι η ομάδα χόκεϊ της Βοστόνης. Τότε ήταν η πρώτη σαφή ένδειξη της προτίμησης του Rick για τον αθλητισμό.. Έπεται όμως και συνέχεια. Αργότερα ο Rick πήγε στο σχολείο. Όταν ήταν 15 ετών ένας συμμαθητής του τραυματίστηκε σε τροχαίο και το σχολείο οργάνωσε έναν αγώνα δρόμου 8 χιλιομέτρων προς τιμήν του. Όταν ο Rick γύρισε στο σπίτι είπε στον πατέρα του : "Μπαμπά θέλω να τρέξουμε για τον Στιβ". Ο Dick σάστισε πως ένα "γουρουνόπουλο", όπως συνήθιζε να λέει για τον εαυτό του, που δεν έτρεξε ποτέ πάνω από ένα χιλιόμετρο συνεχόμενο, θα έσπρωχνε ένα αναπηρικό καροτσάκι για 8 χιλιόμετρα. Το δοκίμασε. Και τα κατάφεραν. Εδώ ξεκινάει το μοναδικό φαινόμενο. Ο Rick είπε στον πατέρα του : "Μπαμπά, όταν τρέχαμε, ένοιωθα ότι δεν είμαι πια παράλυτος. Ένοιωθα να τρέχω κι εγώ μαζί σου!" Αυτή η μέρα άλλαξε την πορεία των δύο Hoyt για πάντα. Ο Dick αποφάσισε να τρέχει μαζί με το γιο του όσο πιο συχνά μπορούσε. Άρχισαν εντατική προπόνηση και 2 χρόνια αργότερα ήταν έτοιμοι για ένα μεγάλο αθλητικό γεγονός. Τον Μαραθώνιο της Βοστόνης του 1979. Δεν κατάφεραν να πάρουν επίσημη συμμετοχή αλλά έτρεξαν και τερμάτισαν! Προφανώς είχαν βγει νικητές. Τα επόμενα χρόνια πήραν επίσημη συμμετοχή. Η επόμενη πρόκληση ήταν το τρίαθλο. Ένα αγώνισμα συνδυασμός από τρέξιμο, ποδηλασία και κολύμπι. Οι Ολυμπιακές αποστάσεις για το τρίαθλο είναι : κολύμπι 1.5 χλμ, ποδηλασία 40χλμ και τρέξιμο 10 χλμ. Ο Dick αποφάσισε να το δοκιμάσει κι αυτό. Και τα κατάφερε. Και όσο ο Dick ανέβαζε τον πήχη και δοκίμαζε πιο δύσκολες διοργανώσεις, τόσο ο Rick ένιωθε λιγότερο την τετραπληγία του. Γίνονται πολλές διοργανώσεις τρίαθλου ανά τον κόσμο σε διάφορες αποστάσεις. Η γνωστότερη όμως δοκιμασία για υπεραθλητές ψυχής είναι το Ironman που διεξάγεται στη Χαβάη. 3,8 χλμ. κολύμπι, αν δεν πνιγείς 180 χλμ. ποδηλασία και αν κουνιούνται ακόμα τα πόδια σου ένας Μαραθώνιος (42.195μ. τρέξιμο)! Μια δοκιμασία 15 ωρών για σώμα και ψυχή. Μόνο αν προπονηθείς πολλές ώρες κάθε μέρα ειδικά για την σωματική εξάντληση, - μόνο τότε θα μπορέσεις να φαντάζεσαι την γραμμή του τερματισμού για 15 ώρες. Ο Dick το επιχείρησε και αυτό. 6 φορές. Και τερμάτισε και τις 6! Μεταφέροντας πάντα τον γιο του, Rick. Κολύμπησε 3,8 χλμ. σέρνοντας μια φουσκωτή βάρκα μέσα στην οποία ήταν ο Rick, ποδηλατούσε για 180 χλμ. κουβαλώντας και τον Rick και έτρεξε 42 χλμ. σπρώχνοντας το αναπηρικό καροτσάκι του Rick. Κάτι που οι περισσότεροι από εμάς δεν καταφέρνουν ούτε μόνοι τους! Από το 1979 που συμμετείχαν στον Μαραθώνιο της Βοστόνης, ο Dick και ο Rick Hoyt (Team Hoyt) συμμετείχαν σε 958 αθλητικά γεγονότα μεταξύ των οποίων 224 τρίαθλα, 6 Ironman, 65 Μαραθώνιους, τους 25 στη Βοστόνη και 20 δίαθλα με ένα απ αυτά το 1992, να διασχίζουν τις Ην. Πολιτείες από Βορρά προς Νότο τρέχοντας και ποδηλατώντας για 45 μέρες καλύπτοντας 5.976 χλμ! Πέρυσι σε ηλικία 68 ετών ο Dick και 46 ο Rick τερμάτισαν για 25η φορά στον Μαραθώνιο της Βοστόνης, στην 5.083η θέση μεταξύ 10.000 αθλητών. Δεν μιλάμε για χαριστικό τερματισμό. Το 1992 τερμάτισαν με χρόνο 2 ώρες και 40 λεπτά, 35 λεπτά πάνω από το παγκόσμιο ρεκόρ. Τότε κάποιοι είχαν παροτρύνει τον Dick να τρέξει μόνος του μια και ήταν σίγουρο ότι θα κατέγραφε χρόνο μέσα στους καλύτερους του κόσμου. Αλλά η απάντηση του Dick ήταν άμεση. -ΟΧΙ, τρέχω για να αισθάνεται καλύτερα ο γιος μου και όχι για το ρεκόρ. Ο Rick κατάφερε να κερδίσει μια θέση στο πανεπιστήμιο και όταν αποφοίτησε δέχθηκε την πρόταση του πανεπιστημίου για να εργαστεί στις υπηρεσίες του, όπου και βρίσκεται μέχρι σήμερα. Ο Dick ανακηρύχθηκε ο ΠΑΤΕΡΑΣ του αιώνα και συνεχίζει να λαμβάνει μέρος σε μαραθώνιους και τρίαθλα όποτε οι υποχρεώσεις του Rick το επιτρέπουν. Πρόσφατα σε μια τηλεοπτική συνέντευξη των Hoyt ρώτησαν τον Rick, μετά απ όλα αυτά τι δώρο θα ήθελε να κάνει στον πατέρα του. Ο Rick έγραψε στον υπολογιστή : "Θα ήθελα, έστω και για μία φορά, να καθίσει ο πατέρας μου στο καροτσάκι και να τον σπρώχνω εγώ".

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΤΟ : http://proponitesbasket.blogspot.com/ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΣΤΕΙΛΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Αγιορείτες μοναχοί Του Γιώργου Καμβυσέλλη

Μικρό οδοιπορικό

Όλες οι μέρες θαρρείς κι είναι ίδιες. Μα γελιέσαι. Ξεχωρίζουν. Και τις γιορτάζουν, με μεγάλη θρησκευτική ευλάβεια.
Τους βλέπεις μοναχικούς, ήρεμους, σιγανούς, λες και δεν σκέφτονται, δεν πασκίζουν από τη σκληρή δουλειά τους στο κοινόβιο λίγη ακόμα ώρα να ξεπερισσέψουν για προσευχή, να σώσουν τη ψυχή τους.
Απρόσιτοι, αμίλητοι, αγέλαστοι και σοβαροί, με τα μάτια κάτω ή μπροστά, χωρίς καμιά γκριμάτσα, κάτι ανάμεσα ρομπότ κι ευζώνους ανακτορικής φρουράς, στέκουν ή προχωρούν. Όμως, παράξενο, κινούνται αργόσυρτα μα γρήγορα. Κάτι σαν τα τραινάκια σε ράγες απάνω. Κι έχουν μια ικανότητα, άξαφνα να εμφανίζονται κι απρόσμενα να εξαφανίζονται.
Μοναχισμός, λένε, είναι αποταγή του κόσμου και των πραγμάτων του κόσμου. Όπου και να βρίσκεται ο μοναχός, οφείλει να καλλιεργεί μέσα του τη συνείδηση ότι δεν κατέχει τίποτα, ότι δεν κατέχεται από τίποτα…
Αν έχεις τη τύχη να μιλήσεις μαζί τους, το βλέπεις, δεν έχουν επαφή με τα εγκόσμια, δεν βιάζονται, δεν εκνευρίζονται μηδέ και δείχνουν λύπη ή χαρά, σα να μην έχουν νευρικό σύστημα ούτε κόσμο ψυχικό να τους πιλατεύει.
Δεν μιλούν, δε γελούν δεν εκφράζονται. Δεν επικοινωνούν με το περιβάλλον θαρρείς. Δεν ανοίγονται και ποτέ δεν ξεκινούν πρώτοι μια γνωριμία. Πρέπει καλά να σε ζυγιάσουν προτού σου μιλήσουν. Δεν εμπιστεύονται, δεν μισούν, δεν διεκδικούν τίποτα. Μόνο αγαπούν.
Αλλά, στο κέρασμα, μετά τη Τράπεζα , κάθε Κυριακή και σκόλη, βλέπεις να σου σερβίρουν καφέ ή λικέρ, με ένα αφοπλιστικό, πρόσχαρο χαμόγελο, γιατί είναι χαρούμενοι που σε φιλοξενούν.
Γι αυτούς δεν υπάρχει χρόνος. Ποτέ δεν άρχισε και ποτέ δεν θα τελειώσει.
Δε δείχνουν να βιάζονται, ούτε πως ξέρουν πότε άρχισε και πότε θα γιομίσει άσκηση πνευματική και σωματική, αμαρτίες, χαρές και προσευχές η κάθε μέρα.
Προσφέρουν, υπομένουν, κι ατενίζουν τον ουρανό να δούνε το βλέμμα του Θεού, να νοιώσουν την ευλογία Του, να πάρουν φώτιση και καρτερικότητα.
Και πάντα είναι έτοιμοι να περάσουν στην αντίπερα όχθη. Ανυπομονούν. Να γίνουν ένα, θέλουν, με της μάνας γης τα αγαθά.
Αν πάλι βρεθείς στην εκκλησιά τις ατέλειωτες ώρες που λειτουργεί ο ιερομόναχος κι οι άλλοι ψέλνουν ή προσεύχονται, τους βλέπεις, σκοτεινά, κινούνται, μα δεν κινούνται. Οι σκιές τους αλλάζουν θέση. Κι αν κάτι θέλει ο ένας να πει στον άλλο, δεν ακούγεται τίποτα. Σέρνεται η σκιά στο σκοτάδι, κοντεύει την άλλη, κι ένα απλό άγγιγμα ή κίνηση του χεριού, ένα νεύμα ή αχνός ψίθυρος, χωρίς να κινηθούν τα χείλη, είναι αρκετό να πει ο ένας, κι ο άλλος να καταλάβει. Άλλες φορές πάλι περνάει ξυστά κι αυτό είναι αρκετό.
Το Άγιον Όρος, λένε, δεν ανήκει σε κανέναν. Ακριβέστερα, δεν ανήκει σε κανέναν ασεβή, είτε μοναχό, είτε κοσμικό. Είναι αιωνόβιος καρπός της συνέργειας του Θεού και των αγίων του. Ανήκει στην Μητέρα του Θεού και σε εκείνους που το αγίασαν μια για πάντα με τη ζωή τους πάλαι και επʼ εσχάτων. Το αληθινό Άγιον Όρος είναι το αφανές πεντάσταγμα της αγιότητας που βιώνεται και σήμερα υπέρ της ζωής του κόσμου.
Όποιος το επιθυμεί, έρχεται εδώ. Έτσι. Απλά. Όπως πάμε μια επίσκεψη. Γιατί, Μοναστήρι είναι ένα μικρό ή μεγάλο ίδρυμα, που φιλοξενεί ισοβίως ακτήμονες μοναχούς και συνάμα προσκυνητές.
Πάντα είναι ανοιχτή, μα σα δύσει ο ήλιος, κλείνει η πόρτα.
-Έχει ένα μικρό σήμαντρο στην άκρη, που σαν το χτυπήσεις, πάλι ανοίγει, να δεχτεί τον προσκυνητή οδοιπόρο, μου είπε ο Καθηγούμενος γέροντας Χριστόδουλος.
Κι αν κάποιος διαλέξει το βαρύ ράσο και το σκουφί να φορέσει και στο τάγμα των αγγέλων να ενταχθεί, χτυπάει με πίστη πιότερη τώρα, άλλη, βαριά πόρτα, κι ανυπόμονος αφουγκράζεται, πότε θε νʼ ακουστεί η σιγανή, μελωδική, αγάπη ποτισμένη, απόκριση του γέροντα.
Γιατί στο κοινόβιο ο μοναχισμός, χωρίς απαιτήσεις υλικές, χωρίς πάθη κι υστεροβουλίες, με τα άκρως απαραίτητα για την επιβίωση τους, με το βλέμμα στον ουρανό και τη σκέψη στης Παναγίας το θέλημα, δεν είναι εύκολη υπόθεση.
Μοναστήρι Αγιορείτικο, βλέπεις, είναι …η τελειοποίηση των μελών του στην παραγωγικότητα και προσφορά της αγάπης.
Κι αν κάποιοι το θέλουμε ζωντανό και δραστικό, να το προστατεύσουμε, όπως προστατεύουμε ένα θερμοκήπιο. Κι αν ακόμη οι σημερινοί μοναχοί είναι ανάξιοι της ιστορίας του, πρέπει πάλι να το προστατεύσουμε για τους επιγενέστερους».

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Αναμνήσεις μιας εποχής

Θυμάσαι; Αναμνήσεις μιας εποχής χωρίς δόσεις, χωρίς δάνεια, χωρίς καταναλωτισμό.
Θυμάσαι; Τότε που δεν μπορούσες να πάρεις κάτι αν δεν είχες ολόκληρο το ποσό. Δούλευες δυο μήνες να συμπληρώσεις το ποσό που χρειαζόσουν για να πάρεις αυτό που ποθούσε η καρδιά σου. Δύο μήνες χωρίς όμως να στερηθείς πράγματα. Είχες έλεγχο στην τσέπη σου, στην πραγματικότητά σου.
Θυμάσαι; Δεν υπήρχε κινητό τηλέφωνο κι όμως μπορούσες να συνεννοηθείς με την παρέα σου, να κλείσεις τα ραντεβού σου χωρίς να χαθείς.
Θυμάσαι; τότε που πήγαινες στον γείτονα μπακάλη και αγόραζες τα ελληνικά σου προϊόντα γνωρίζοντας πως είναι αγνά; Τότε που στήριζες την ελληνική αγροτιά, που μοχθούσε καθημερινά για να σου δώσει το φαγητό σου στο τραπέζι. Ένα τραπέζι γεμάτο φαγητά χωρίς καρτέλ και έλεγχο.
Θυμάσαι; την ασπρόμαυρη τηλεόραση; Τον καφέ που έπινες; Την βόλτα στο χωριό; Τα λίγα αυτοκίνητα; Την δραχμή; Εμείς άρχοντες στα μέρη μας, την πατρίδα μας. Μαγαζιά μικρά, φίλων συγγενών, ελλήνων. Που σε έβλεπαν το πρωί και σου λέγαν καλημέρα. Χωρίς ψεύτικα χαμόγελα. Δικά μας μαγαζιά, όχι ξένες πολυεθνικές.
Θυμάσαι; Σε ένα κράτος πλούσιο χωρίς χρέη, χωρίς ανασφάλειες. Σε ένα κράτος που φτιάχτηκε με αίμα, με αίμα δικών μας ανθρώπων, συγγενών μας, φίλων μας, διπλανών μας. Αίμα που χύθηκε για να μας προσφέρουν ένα καλύτερο αύριο.
Θυμάσαι; Πού πήγε εκείνο το αύριο; Αυτό είναι το δικό τους αύριο. Το σήμερα. Το δικό μας σήμερα. Πώς έγινε έτσι το δικό τους αύριο; Πώς το επιτρέψαμε να γίνει;
Θυμάσαι; Α ρε πατριώτη Έλληνα, εύκολα ξεχνάς !!!

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Προσφορά

Αν και δεν είναι η κατάλληλη ημέρα για να μιλήσουμε για την προσφορά της Αγίας Άννας, σήμερα εορτάζουμε την κοίμηση Της, εν τούτοις αισθάνομαι την ανάγκη να μιλήσουμε για την προσφορά στον Θεό. Πιο αρμόδια ημέρα θα ήταν τα εισόδια της Θεοτόκου.
Στα χρόνια που ζούσε η Αγία Άννα, με τον Ιωακείμ, σε βαθιά γεράματα, τους κυοφόρησε την Παναγία μας, ως αποτέλεσμα εκτεταμένης προσευχή προς τον Θεό. Τότε ήταν όνειδος και ντροπή να μην έχεις παιδιά, ήσουν ο δακτυλοδεικτούμενος, και εσαεί περιπαιζόμενος από τους συνανθρώπους σου. Σήμερα μας έρχονται τα παιδιά και εμείς τα σκοτώνουμε, τα δολοφονούμε με τις εκτρώσεις.
Ένα μοναχοπαίδι έκανε η Άννα, και απόλυτα σίγουρη πως δεν θα ακολουθούσε άλλο, το προσέφερε στον ναό, και το προσέφερε απροϋπόθετα, το έδωσε το μονάκριβο παιδί στον Ναό, χωρίς παζάρια, χωρίς ερωτήματα, και κυρίως χωρίς να περιμένει ανταπόδοση. Τι μεγαλείο ψυχής έχουμε σε αυτήν την περίπτωση;
Σήμερα που περίσσεψαν τα υλικά, η έννοια της προσφοράς στον Θεό, έχει εκτροχιαστεί από την αρχική της πορεία. Θυμόμαστε το Θεό, μόνο στην ανάγκη μας, και τότε τάσσουμε. Είναι λάθος, ο Θεός δεν θέλει ταξίματα. Δεν συνδιαλέγεται την ανταμοιβή του με υλικά πράγματα που θα προσφέρουμε στον Ναό Του. Αυτά είναι ανθρώπινη λογική, και ικανοποίηση περισσότερο του εγωισμού μας, ότι εγώ έκανα το τάδε τάμα που στολίζει τον τήδε ναό.
Και σε αυτήν την περίπτωση, που αισθανόμαστε αδήριτη την ανάγκη να τάξουμε κάτι, αυτό δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις δυνατότητες μας. Επιμένω εδώ, επειδή έχουμε κατά καιρούς τάματα που κυριολεκτικά βγάζουν μάτια. Έταξα λέει κάποια να κάνω την κόρη μου καλόγρια, και αυτή δεν θέλει. Ποια είσαι εσύ που θέλεις να αποφασίσεις για την ζωή ενός άλλου ανθρώπου; Στον αντίποδα υπάρχει εκείνος ο νέος που θέλει να γίνει κληρικός, και πέφτουν απάνω του όλοι της οικογένειας, «Μα παπάς θα γίνεις τώρα;».
Η κλήση από τον Θεό υπάρχει, και η κόντρα από τους οικείους περιορίζει την δυνατότητα να εκφραστεί και να γίνει πράξη. Πολλές φορές αρχίζουν και τα παζάρια, «ναι, να γίνεις, που θα σε πάνε; Σε πια ενορία θα διακονείς;». όλα στην εποχή μας γίνονται με προϋποθέσεις και μελέτη.
Φέρνει κάποιος μια εικόνα στον Ναό, και απαιτεί να κρεμαστεί στην συγκεκριμένη θέση, λες και στο σπίτι του ανέχεται να του πει κανείς που θα κρεμάσει τα κάδρα του. Η αγάπη επιβάλει να δίνει κανείς ότι έχει και ότι μπορεί δίχως να προσδοκά αντάλλαγμα, και χωρίς προϋποθέσεις, αλλιώς δεν είναι αγάπη είναι συναλλαγή.
Κλίνοντας θα αναφέρω ένα από τους λόγους του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που λέει περίπου τα εξής:
Δώσε ότι από τα χρήματα που έχεις, και αν δεν έχεις, δώσε από το φαγητό που έχεις, και αν δεν έχεις, δώσε ένα ποτήρι νερό, και αν αυτό ακόμα σου λείπει, δώσε ένα χαμόγελο, μια καλή κουβέντα και ένα φιλικό άγγιγμα, από αυτά πρέπει πάντα να έχεις!

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Ο στοχασμός

Είχα μια φορά διαβάσει, χωρίς να μπορώ να θυμηθώ που και ποιός το έγραψε πως «στοχάτε καλά όποιος στοχάτε ελεύθερα». Συμπληρώνω το ρητό λέγοντας, «πως όποιος τους στοχασμούς του δεν τους συζητά, άδικα στοχάτε».
Ο Πυθαγόρας είναι μια ευκαιρία που παρουσιάστηκε για να γράφω ότι μου κατέβει, πάντα με προσοχή να μην προσβάλω κανέναν, αλλά να εκφέρω απόψεις που σηκώνουν συζήτηση.
Το τελευταίο διάστημα έχει παρατηρηθεί μια εγκατάλειψη. Ένας εύκολος τρόπος αναπλήρωσης του γραπτού λόγου, είναι η παράθεση διαφόρων τραγουδιών που κυκλοφορούν έτοιμα στο διαδίκτυο. Επιλέγω να με εκφράζουν τα λόγια, έστω και εάν δεν είναι δικά μου. Τούτο γίνεται, απλά, για να υπάρχει η συνεχόμενη επαφή με το blog του Πυθαγόρα.
Δεν στέρεψαν οι ιδέες, ούτε οι απόψεις μου, παρά το γεγονός που λιγόστεψαν οι επισκέπτες του μπαλκονιού, σεβόμενοι την δυσκολία μου στις συνομιλίες και αποφεύγοντας να με κουράσουν με αυτό τον τρόπο. Είμαι ευγνώμων γι αυτό. Ευγνώμων είμαι περισσότερο και στις γιάτρισες, που από ότι δείχνουν τα πράγματα, εντόπισαν την αιτία της επιδείνωσης του αναπνευστικού, σε παρενέργειες από άλλα φάρμακα.
Ευγνώμων πρέπει να είμαι και προς τον σκύλο μου, το Ρόκυ, ο οποίος μας έφερε το κοράκι σε καθημερινή βάση να μας λέει καλημέρα. Το παράθυρο το νωτιαίο, είναι εκείνο που όταν το πρωί ανοίγει, σηματοδοτεί πως αρχίζω να δέχομαι κόσμο. Τις τελευταίες ημέρες, μόλις το ανοίξω απέναντι στο πλατάνι, ο κόρακας με περιμένει. Δεν είναι τυχαίο να γίνεται σε καθημερινή βάση. Μόλις δώσω στον σκύλο την τροφή, κατεβαίνει περιμένει να τελειώσει ο σκύλος να φάει και να φύγει. Το απόγευμα και πριν δύσει ο ήλιος έρχεται από την μεριά της θάλασσας και κάνει βόλτες στη αυλή. Όσο τον βλέπω πίσω από τζάμι χοροπηδάει, μόλις βγω έξω φεύγει, για έρθει το άλλο πρωί.
Το βλέπω και το περιμένω, όπως περιμένω και τα άλλα κοράκια, εκείνα που σαν τον Προφήτη Ηλία, του πηγαίνανε φαγητό, έτσι και εγώ περιμένω εκείνους που σε αυτήν την περίοδο έχουν αναλάβει εργολαβικά να στηρίζουν την ύπαρξη μου διατροφολογικά. Ας είναι καλά οι άνθρωποι αυτοί.
Αυτές τις ώρες, που ανήμπορος κανείς κάθεται σε μια καρέκλα, τις περισσότερες φορές ο νους του τρέχει, τρέχει και δεν φτάνει, επειδή η ταχύτητα του φωτός που θεωρείται ασύγκριτη, είναι εξαιρετικά βραδεία μπροστά στην ταχύτητα της φαντασίας. Επιπλέον αυτή η φαντασία δεν γνωρίζει τον περιορισμό της ευθείας, γι αυτό και είναι πολλαπλώς ευχερέστερη στην χρήση. Το μόνο πρόβλημα της είναι πως είναι όχημα μονοθέσιο.
Έγραφε ο ποιητής πως «το ωραιότερο ταξίδι είναι εκείνο που δεν έκανες και ο καλύτερος προορισμός εκεί που ποτέ δεν έφθασες», πόσο δίκιο είχε; Το ταξίδι της ζωής μας είναι περίπλοκο και απρόβλεπτο. Σου δίνεται όμως η ευκαιρία να διαλέξεις το μέσον που θα ταξιδέψεις. Αυτό εσύ το καθορίζεις και είναι δικαίωμα αναφαίρετο.
Αν διάλεξες το τραίνο, οι επιλογές είναι λίγες, αφού είσαι υποχρεωμένος πάνω σε δυο ράγες να βαδίζεις. Αν διάλεξες το αυτοκίνητο, περισσότερη ταχύτητα και μεγάλη ευχέρεια ελιγμών διαθέτεις, εξαρτάσαι όμως απ’ τα καύσιμα, με ότι αυτό συνεπάγεται. Αν διάλεξες το αεροπλάνο, το πλέον σύγχρονο μέσο, υπόκεισαι σε εξευτελιστικούς ελέγχους στα αεροδρόμια, και αποδέχεσαι το δέσιμο που στο κάθισμα, άρα σου στερείται η ελευθερία. Το καράβι είναι η εναπομείνασα λύση, βλέπεις την θάλασσα πλατειά και μεγάλη, αλλά από ψηλά. Και εδώ έχεις συγκεκριμένο δρομολόγιο και προορισμό.
Επέλεξε λοιπόν την ελευθερία και ταξίδεψε με το άλογο, αλλά πρώτα συμφιλιώσου με την φύση, και κάνε τον φίλο. Ταξίδεψε με την καμήλα στα βάθη της ερήμου, μάθε πρώτα να ζεις μαζί της, και τέλος, πάρε μια βαρκούλα, και έβγα στα ανοικτά, εμπιστέψου τον Πλάστη μας, απόλαυσε τη θάλασσα, άγγιξε την, μύρισε την, τρύγησε την, θα σε ζήσει. Και όταν τα χρόνια περάσουν, και η βάρκα παρά τις επισκευές της, αβάρα μαούνα παραμένει, μην την πετάξεις, και μην την κάψεις, γιατί καις την ζωής σου που ήταν ένα ταξίδι με αυτήν. Κάτσε στον γιαλό, πλάι της, που όσες αβαρίες και αν έχει κάποιο ίσκιο κάνει, και αγνάντεψε, αγνάντεψε το πέλαγος, και δόξασε τον Θεό για όσα έδωσε στον άνθρωπο.

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Θλιβερό έκτρωμα Συντάκτης: Κώστας Βαξεβάνης

Στη Βόρεια Κορέα, ο Κιμ Γιόγκ Ιλ, γιός του Κιμ Ιλ Σουνγκ, συνεχίζει την διοίκηση της οικογενειακής αυτοκρατορίας του ανύπαρκτου σοσιαλισμού αντιλαμβανόμεος ίσως τον εαυτό του ως τον εκπρόσωπο μιας μεγάλης δύναμης και μιας ... μεγάλης ιδέας. Θλιβερό έκτρωμα που προήλθε από την παντριά της Κομμουνιστικής Διεθνούς, με τις σκοπιμότητες και τον Ψυχρό Πόλεμο. Στο μέλλον η ιστορία της οικογένειας Κιμ Ιλ δεν θα μπορέσει να εξηγηθεί μόνο με πολιτικούς όρους. Η Ιστορία άλλωστε πολλές φορές γονατίζει ανήμπορη μπροστά στην ανθρώπινη τρέλα.
Προχθές, η Διεθνής Αμνηστία ανακοίνωσε πως οι συνθήκες υγειονομικής περίθαλψης στην Βόρεια Κορέα είναι δραματικές. Για την Υγεία αναλογεί ένα δολάριο ανά κάτοικο όταν ο μέσος όρος περίθαλψης στην υφήλιο είναι 500 δολάρια ανά κάτοικο. Οι ασθενείς δεν έχουν πρόσβαση σε φάρμακα, αποστειρωμένα υλικά, φαγητά. Δεν υπάρχουν ούτε αναισθητικά. Οι γιατροί αναγκάζονται να κάνουν εγχειρήσεις και ακρωτηριασμούς χωρίς αναισθησία. Ανατριχιαστικό. Σκεφθείτε ένα άνθρωπο σε ένα χειρουργικό κρεββάτι να του κόβουν το πόδι ενώ έχει τις αισθήσεις του. Σκεφθείτε τους γιατρούς, τους νοσοκόμους που τους κρατάνε ακινητοποιημένους. Φανταστείτε τους πόνους και τις κραυγές. Απάνθρωπο.
Οι δικοί μας γιατροί φαντάζομαι πως αισθάνονται αποτροπιασμό φέρνοντας στο μυαλό τους αυτή την εικόνα. Μέσα στις αποστειρωμένες ιατρικές μπλούζες τους, με τα κομπιούτερ,τα σύγχρονα χειρουργεία, τα ιατρικά συμβούλια και τις τεράστιες δυνατότητες που τους δίνει η τεχνολογία. Ευτυχώς δεν ζούμε στη χώρα των Κιμ. Ευτυχώς οι γιατροί μας δεν είναι έτσι.
Κάποιοι γιατροί μας όμως, -με τις ιατρικές μπλούζες, τα λαπτοπ, τα δωρεάν ταξίδια πληρωμένα από τις φαρμακευτικές και τις κουρσάρες – το 2009, στο Ωνάσειο , το νοσοκομείο με τις καλύτερες συνθήκες, άφησαν 5 ανθρώπους να πεθάνουν γιατί δεν τους έκαναν μεταμόσχευση οργάνων που προέκυψαν από δότη. Το Ωνάσειο έστειλε ένα φαξ στο Κέντρο Μεταμοσχεύσεων, πως είναι αδύνατον να γίνουν οι επεμβάσεις «λόγω διακοπών». Οι γιατροί ήταν σε διακοπές, σε κάποιο νησί του Αιγαίου ή ίσως στα Πουκέ. Θα μπορούσαν να έλθουν βέβαια με ειδικά αεροπλάνα που έχουν στη διάθεσή τους για τέτοια περιστατικά, αλλά δεν είναι σίγουρο πως άξιζε τον κόπο. Τι είναι πέντε νεκροί μπροστά στους χιλιάδες. Τόσο πόνο βλέπουν κάθε μέρα. Δεν είναι βέβαια ο δικός τους πόνος, γι αυτό και τον συνηθίζουν. Βοηθάνε και οι φαρμακευτικές, τα ταξίδια,τα χρήματα, τα αυτοκίνητα, ο ρόλος του μικρού Θεού. Η ιστορία τέλειωσε εκεί. Και ζήσανε αυτοί καλά. Οι γιατροί πάντα. Γιατί πέντε άνθρωποι πέθαναν.
Αναρωτιέμαι τι απ τα δύο είναι πιο βάρβαρο. Το καθεστώς της Βόρειας Κορέας με την ψυχοπαθολογία του, ή των απανθρωπισμένων γιατρών του Ωνασείου που δεν τους έλειψε τίποτα; Της κάστας των Κιμ, ή της κάστας που διαπλέκεται με νοσοκομεία, εταιρείες, μίζες και αντιλαμβάνεται την ιατρική ως χρήμα με «κάποιο κόστος». Των άλλων πάντα. Τι είναι χειρότερο, οι γιατροί της Κορέας που ακρωτηριάζουν χωρίς αναισθητικό από ανάγκη ίσως ή οι γιατροί του Ωνασείου ρηγμένοι μες στο αναισθητικό της καλοπέρασης και της απανθρωπιάς. Αναρωτιέμαι

Δημοκρατία τάχα;

Πολύς θόρυβος γίνεται για μια καλλιτέχνιδα που δεν μετείχε στις εορταστικές εκδηλώσεις στα κατεχόμενα από τους τούρκους εδάφη της βορείου Κύπρου, θαυμασμός για την απόφαση της να απορρίψει πολλά χρήματα για να μην στενοχωρήσει, λέει, κάποιες ομάδες θαυμαστών της. Σκέφτηκε κανείς πως θα έχανε περισσότερα χρήματα αν πήγαινε, από το μποϋκοτάζ που θα της κάνανε, οι ομογενείς σε όλο τον πλανήτη; Ας είναι, δεν είναι αυτό το θέμα μας, αλλά ευκαιρίας δοθείσης το ανέφερα.
Η εισβολή στην Κύπρο το 1974, πριν από τριανταέξι 36 χρόνια, έγινε σαν χθες 15 Ιουλίου και ονομάστηκε Αττίλας. Από τα επακολουθήσαντα γεγονότα είναι και η μεταπολίτευση που επήλθε στην Ελλάδα. Επανήλθε η Δημοκρατία (υποτίθεται) στην πατρίδα της.
Όλοι μας έχουμε κάτι να θυμηθούμε από εκείνες τις τραγικές και δύσκολες ώρες. Κανείς δεν αναπολεί με νοσταλγία εκείνες τις ημέρες, εκτός από τους καιροσκόπους, που όπως οι φελλοί πάντα επιπλέουν. Επιστράτευση, πανικός, απορία και σύγχυση παντού. Το χειρότερο δε όλων η έλλειψη της εμπιστοσύνης προς τους συνανθρώπους, προς τους χθεσινούς συναγωνιστές εναντία στην δικτατορία.
Μια επιστράτευση κωμωδία, γέμισαν τα στρατόπεδα με επίστρατους φορώντας λειψές στολές, χωρίς άρβυλα, με ντουφέκια από το πόλεμο του 1940, αφού ανοίγοντας κιβώτια πολεμικού υλικού, ανακάλυπταν πέτρες.
Εκείνη την εποχή, υπηρετούσα στο 521 των Πεζοναυτών, ως ο ελεύθερος σκοπευτής του τρίτου λόχου. Καταθέτω εδώ προσωπική μαρτυρία, πιστεύοντας πως μετά τόσα χρόνια και αφού έχουν πεθάνει αρκετοί από τους πρωταγωνιστές της εποχής, είναι ανώδυνη.
Ήμουν λοιπόν σε εκείνη την δεκαμελή ομάδα, που με επικεφαλής ανθυπολοχαγό κάναμε περίπολο μέσα στο βασιλικό κήπο. Εκεί που στρατοπεδεύουν οι τσολιάδες. Όσοι αποτελούσαν την ομάδα, ήταν όλοι στρατεύσιμοι θητείας, κανείς επίστρατος. Αφού μας ανέβασαν το ηθικό στα ύψη, λέγοντας πως είμαστε οι απόγονοι των αρχαίων αργοναυτών, και άλλα φαιδρά, που τότε όμως πιάνανε τόπο, ήμασταν εικοσάχρονα παλικαράκια ποτισμένα με τα εμβατήρια και τα ιδανικά της χούντας. Περιπολούσαμε μέσα στον κήπο με εφ’ όπλου λόγχη, αλλά χωρίς πυρομαχικά. Το γελοίο του πράγματος, κρατούσε ο αξιωματικός επικεφαλής τις τελαμώνες ραμμένες. Για όσους δεν γνωρίζουν, τελαμώνα είναι μια θήκη που περιέχει τις γεμιστήρες, για λόγους ασφαλείας. Να μην είναι τελείως εύχρηστες και να το ξανασκεφτεί όποιος αποφασίσει να χρησιμοποιήσει πυρομαχικά. Κυρίως για να αποφεύγονται οι αυτοκτονίες στις σκοπιές.
Τρείς μέρες περιπολούσαμε, με αλλαγή κάθε εξάωρο, από άλλη ομάδα δική μας, στο διάλειμμα παίρναμε λίγο ύπνο στο στρατόπεδο των τσολιάδων, που δεν μας βάζανε σε θάλαμο αλλά κάτω από τα δέντρα. Φαγητό ήταν το γάλα με το κακάο και μια φέτα ψωμί, που και αυτό με το ζόρι μας το δώνανε. Ήταν και αυτοί στρατεύσιμοι στον Ελληνικό στρατό, και υπηρετούσαν θητεία, τέτοια σύμπνοια επικρατούσε. Και από έξω από τα κάγκελα ο κόσμος να ουρλιάζει και να βρίζει. Αλλά πάντα κάτι γίνεται, έτσι ένας φουκαράς, πράγματι φουκαράς, μας έφερνε Σάμαλλι, με το οποίο ξεγελούσαμε την πείνα μας. Αν πω πως δεν φοβόμασταν θα είναι ψέμα. Ο ανθυπολοχαγός, είχε στην τσέπη του ένα μικρό τρανζίστορ, από το οποίο ακούγαμε ειδήσεις, τι είδους όμως;
Ακούγαμε για μαραθώνιες συσκέψεις, πως διαβουλεύονται οι πολιτικοί ταγοί. Και εμείς τους βλέπανε να τριγυρνούν στο κήπο και να αστειεύονται, αν κρίνουμε από τα γέλια που κάνανε. Μαύρος, Αβέρωφ, Πεσματζόγλου, Ζίγδης, Κανελλόπουλος, είναι λίγα από τα πρόσωπα που θυμάμαι. Ο Ζίγδης ειδικά μας έκανε και παρατήρηση, για την χρήση του τρανζίστορ. Λίγο αργότερα ήρθε και ο Διοικητής μας και κατάσχεσε τα ραδιάκι. Ο αξιωματικός μας, ρώτησε.
-τι κάνουμε εδώ Κύριε διοικητά;
-φυλάμε την νόμιμη κυβέρνηση, ήταν η απάντηση
-ποια είναι η νόμιμη κυβέρνηση;
-αυτό δεν το αποφασίσαμε ακόμα, ψηλά το κεφάλι και στην υπηρεσία σας.
Αυτόν τον διάλογο δεν τον ξέχασα από τότε, και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Πριν περάσουν δεκαπέντε μόλις λεπτά, ήρθαν οι αντικαταστάτες μας, στους τσολιάδες μας περίμενε το REO, το φορτηγό με κατεβασμένα τα παραπέτα, και μας πήγε στην Ανθούσα, σε πρόχειρο καταυλισμό. Ψάχνοντας για ειδήσεις μας είπαν πως έρχεται ο Καραμανλής.
Έγινε η μεταπολίτευση, ήρθε η δημοκρατία τάχα, διαλύσαμε τον καταυλισμό να επιστέψουμε στο στρατόπεδο, στην Αγία Παρασκευή, κάτω από τον Αιγιαννάκη. Ξεφορτώναμε και φορτώναμε, τουλάχιστον μια φορά την ημέρα, όλο το υλικό εκστρατείας. Το μόνο που δεν μετακινούσαμε ήταν η οθόνη στην πλατεία την μονάδας, και το τραπέζι με την μηχανή προβολής. Κάθε βράδυ είχαμε προβολή ταινίας για να μην κοιμόμαστε. Προβολή της ίδιας ταινίας, (ο ψεύτης, με τον Βουτσά), και την είχαμε μάθει απέξω και ανακατωτά.
Πέρασαν λίγες μέρες, κατά την διάρκεια των οποίων γεμίσαμε τους τοίχους και τα αυτοκίνητα με συνθήματα του τύπου (Χούλια σούρχομαι), και άλλα λιγότερο κόσμια. Και έγινε ο Αττίλας 2 στις 10 Αυγούστου, τότε πήγαμε στου Μπαλάσκα, τον ναύσταθμο να επιβιβαστούμε στα αποβατικά. Δεκατέσσερις ώρες κουβαλάγαμε πυρομαχικά στο πλοίο, και ούτε ένας ναύτης δεν έδωσε χέρι βοηθείας, αντίθετα μας ειρωνευόντουσαν κιόλας. Ήρθε ο αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων ο Γρηγόριος Μπονάνος, για όποιον τον θυμάται, και μας χαιρέτισε δια χειραψίας έναν-έναν, και εμείς πετάγαμε στα ύψη για την τιμή, φεύγαμε για την Κύπρο για τον πόλεμο για να δοξάσουμε την πατρίδα.
Δόθηκε η διαταγή της επιβίβασης στα πλοία, και οι κυβερνήτες δεν άνοιγαν τους καταπέλτες, αν δεν παραδίναμε τα όπλα κατά την επιβίβαση. Τόση εμπιστοσύνη υπήρχε μεταξύ των Ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, ο διοικητής μας αντιδρούσε, παλιός πολεμιστής στην Κορέα. Μετά από διαπραγματεύσεις που συμμετείχε και ο Αρχηγός, παραδώσαμε μπαίνοντας ένας-ένας τα όπλα, στους ναύτες που χαμογελούσαν ειρωνικά, γιατί μας είχαν σπάσει τον τσαμπουκά.
Όταν τελείωσε η επιβίβαση, σφύριξαν για ξεκινήσουμε, αλλά στάθηκε αδύνατον. Είχαν μπλέξει οι άγκυρες των δύο καραβιών. Και έπρεπε να περιμένουμε μέχρι το πρωί, που ερχόντουσαν ειδικευμένοι δύτες να ξεμπλέξουν τις άγκυρες. Τόσο ετοιμοπόλεμοι ήμασταν. Ενώ έπρεπε να φύγουμε μεσάνυχτα, κάναμε απόπλου στις έντεκα το μεσημέρι. Όταν ανοιχτήκαμε στο πέλαγος καλά, ήταν η ώρα του φαγητού, μας έδωσαν φαγητό από το μαγειρείο του καραβιού στην καραβάνα ενός εκάστου. Πριν καλά-καλά αποφάμε, γέμισε ο ουρανός αεροπλάνα. Η αντίδραση η δική μας άμεση και αποτελεσματική! Στοιχηθήκαμε στο κατάστρωμα και αρχίσαμε να κάνουμε γυμναστική, τραγουδώντας, «έχω μια αδελφή, κουκλίτσα αληθινή…». Ναι αυτή ήταν η αντίδραση, όσο γελοίο και αν φαίνεται σήμερα μετά την πάροδο των χρόνων.
Χαράματα επικρατούσε πανικός στις κουκέτες, για όσους δεν γνωρίζουν, είναι μια σειρά από τέσσαρα κρεβάτια που κρέμονται από ταβάνι με αλυσίδα. Το κάθε κρεβάτι είναι ένα φορείο από αυτά που μεταφέρουν τους αρρώστους, δηλαδή ένα τελάρο με καραβόπανο, η κουκέτα μπορεί να έχει και είκοσι τέτοια κρεβάτια, που όπως οι σαρδέλες στο κουτί, κοιμόμασταν, οσάκις πραγματοποιούσαμε αποβάσεις. Πανικός διότι βούλωσε η αποχέτευση και τα λύματα κολυμπούσαν ανάσα στα άρβυλα και τα χαμηλότερα κρεβάτια. Παραδόξως των ναυτών η αποχέτευση λειτουργούσε κανονικά, όπως και των αξιωματικών. Οι πλέον θερμοκέφαλοι το απέδωσαν σε σαμποτάζ των ναυτών, και απειλήθηκαν εκτεταμένα επεισόδια, όταν επέμβει ο κυβερνήτης, και μας απείλησε πως θα ανοίξει τον καταπέλτη να μας αδειάσει στην θάλασσα. Τέτοια συνεργασία και πηγαίναμε στον πόλεμο υποτίθεται.
Κατά τις δέκα, προσαράξαμε σε μια έρημη ακτή, και αρχίσαμε να ξεφορτώνουμε, φόβος για την ησυχία που επικρατούσε, όσα ραδιάκια κυκλοφορούσαν είχαν κατασχεθεί. Όταν τελειώσαμε το ξεφόρτωμα, διενεμήθη ξηρή τροφή, και αφού σουρούπωνε, έγινε συγκέντρωση για την βραδινή αναφορά. Εκεί μας ενημέρωσε ο διοικητής, πως βρισκόμαστε στην Κρήτη, πως το ναυτικό πρόδωσε την αποστολή φοβούμενο τα αεροπλάνα που έκαναν προειδοποιητικά την εμφάνιση τους. εμείς όμως δεν φοβόμασταν στιγμή, γι αυτό και τραγουδάγαμε και κάναμε και γυμναστική, να τους δείξουμε τι είμαστε.
Με το διοικητή που αναφέρω μίλησα τηλεφωνικά, πριν από πέντε χρόνια, διατηρεί εξοχική κατοικία στην Σάμο, και κατά καιρούς έρχεται, αλλά δεν τον έπεισα να ανταμώσουμε.

Αύριο μεθαύριο θα γίνουν πάλι δεξιώσεις και θα ειπωθούν ένα σωρό πανηγυρικά λόγια, ή μάλλον λόγια για τα πανηγύρια, από εκείνους που σε τελική ανάλυση, ότι και ζήσανε εκείνη τη δύσκολη περίοδο, το πέρασαν στα γραφεία τους στην πρωτεύουσα. Αλλά είπαμε πως οι φελλοί πάντα επιπλέουν, γιατί όχι και στην Δημοκρατία μας;

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Ο ποντικός και ο πανικός.

Στο αγρόκτημα για άλλη μια φορά, γίνεται σχολείο για όσους θέλουν να μάθουν εκείνα που η ζωή της πόλις τους έκανε να ξεχάσουν, ή ακόμα να μην τα βίωσαν ποτέ.
Στο παρτέρι με τα κηπευτικά, ο Μιχάλης και η Ασιμούλα ξεχορτάριαζαν τις ντομάτες. Είχαν ρίξει από την προηγούμενη πολύ νερό, για να ξεριζώνονται τα ζιζάνια εύκολα. Σε αυτό το παρτέρι δεν ραντίζουν, επειδή αυτά προορίζονται για κατανάλωση από την οικογένεια. Είναι λίγο άσχημες οι ντομάτες στην όψη, αλλά έχουν μυρουδιά και γεύση ντομάτας.
Ξαφνικά, ο Μιχάλης κάνει αργά-αργά και αθόρυβα όσο μπορεί προς τα πίσω, σιμώνει στο αυτοκίνητο, παίρνει το δίκαννο, σημαδεύει και πυροβολεί.
Του αγρότη το μάτι είναι τόσο γυμνασμένο, που αλλού βλέπει και αλλού κοιτά. Μόλις πέτυχε ο Μιχάλης το στόχο, αναφώνησε, <τον κερατά ησυχάσαμε>. Τι είχε προηγηθεί και τι σκότωσε με τόσο μένος; Έναν ποντικό, μπορεί και ποντικίνα. <τα υπόλοιπα οι γάτες και τα νυχτοπούλια> και πήγε στις ντομάτες να συνεχίσει το ξεχορτάριασμα.
Ας δούμε λοιπόν, από κοντά το πρόβλημα, και τον καημό του Μιχάλη. Οι γάτες, άφθονες στο αγρόκτημα μέσα κυνηγούν τα ποντίκια, όσο αυτά είναι μικρά, άμα μεγαλώσουν και μπορούν να αντισταθούν πάλι δεν γλύτωσαν την ζωούλα τους, γιατί τα μεγαλύτερα τα κυνηγούν οι σκύλοι. Την περίοδο αυτή που τα κηπευτικά είναι στην παραγωγή οι σκύλοι δεν λύνονται, διότι παίζοντας κάνουν ζημιά στα φύτρα, έτσι είναι η εποχή που οι ποντικοί δρουν.
Μπαίνουν στο κοτέτσι, ή όπου αλλού εντοπίσουν αυγά, τα σηκώνουν με τα δύο μπροστινά πόδια και τα μεταφέρουν στην φωλιά τους, που πολλές φορές μπορεί να απέχει και 50 μέτρα ή και παραπάνω. Εκεί ταΐζουν τα μικρά τους, αλλά συσσωρεύουν τα τσόφλια στον ίδιο τόπο. Αν ο νοικοκύρη εντοπίσει τα άδεια τσόφλια, και τα μαζέψει, αλλάζουν φωλιά την ίδια ώρα.
Έτσι λοιπόν και ο Μιχάλης παλιός γεωργός και γνώστη του θέματος, ξεχορτάριαζε τις ντομάτες, αλλά το μάτι του έπαιζε μεταξύ του κοτετσιού και της φωλιά που είχε εντοπίσει, γι’ αυτό είχε και το ντουφέκι έτοιμο. Τα μικρότερα τώρα όταν πεινάσουν θα βγουν, και είναι εύκολη λεία για τις γάτες, που όσο χορτάτες κι’ αν είναι τα κυνηγούν.
Γεννιέται το ερώτημα, γιατί η βία του τουφεκιού, δεν μπορούσε άραγε να βάλει λίγο δόλωμα; Αυτό θα γινόταν στην πόλη, ποτέ στο κτήμα. Αν υποθέσουμε, πως έριχνε λίγο σταράκι, το γνωστό ποντικοφάρμακο, θα περνάγανε τα μυρμήγκια, θα το έπαιρναν να το μεταφέρουν στις υπόγειες φωλιές τους, κατά την διάρκεια της μεταφοράς τα κλωσόπουλα και κότες θα το τσιμπολογούσαν, με αποτέλεσμα να ψοφήσουν.
Οι κότες για το κτήμα είναι σημαντικός παράγων. Εκτός από τα φρέσκα αυγά, που και αυτά έχουν τελείως διαφορετική γεύση από εκείνα των super markets δίνουν το κρέας τους όλο το χρόνο, χώρια που καθαρίζουν το τόπο από κάθε λογής σκουλήκι, και ακόμα βολεύονται με τα αποφάγια. Ακόμα είναι η φυσική ανακύκλωση όλων εκείνων των προϊόντων της γης, που δεν είναι κατάλληλα προς βρώση.
Η ικανοποίηση του αγρότη όταν υπερασπίζεται τα ζωντανά του, και τα φυτέματα του, είναι απερίγραπτή.

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΤΑΓΗ Εν Ματαράγκα τη 8η Δεκεμβρίου 1907

Προς απάσας τας αρχάς που διοικούν το χωρίον Ματαράγκα Καρδίτσης: Δήμαρχο, ιερέα του χωρίου, Δάσκαλο και απαντάς τους προύχοντας του χωριού. Ήλθα εις Ματαράγκαν κατόπιν διαταγής του Διοικητού μου μετά ενός χωροφύλακος προς επιβολήν της τάξεως από άκρου εις άκρον του χωρίου άνευ χρονοτριβής και άμεσα.
Διότι προχθές στο σιργιάνη μετά την θίαν και Ιεράν Λιτουργίαν εν το Ναό όταν έπεζαν τα κλαρίνα και τα όργανα ο Κώστας (ας μην αναφέρο το όνομά του) χόρεβ σινέχια μπροστά χορίς να αφίνη και τους άλους να χορέψουν μπροστά με κατά σινέπια παραξιγιθίκατε και πλακοθίκατε στο ξίλο με τα παλούκια και. τα μαχέρια με αποτέλεσμα και κατά σινέπια να τραβματιστούν πολοί άνθροποι.
Πάραφτα να εφαρμόσετε απάσας τας εξής διαταγάς μου:
1) Αν ζανασιμβή τιάφτη πράξης εν τω χωρίο να γνορίζετε ότι θα σας συλλάβω και άνεφ χρονοτριβής άμεσος θα σας κλείσο στη φυλακή. Όταν πέζουν τα κλαρίνα και τα μουσικά όργανα στο σιργιάνη στο πανιγίρη και στο γάμο πρέπη να χορέβουν μπροστά άπαντες που επιθιμούν να χορέψουν και όχι μόνο ο ίδιος άνθροπος. Αφτό είνε γαηδουριά.

2)Μου αναφέρθικε ότι ο γάηδαρος του χαντζόπουλου τον Σεπτέμριο μπίκε στο καλαμπόκ του Βάϊου (ας μην αναγράψο το επίθετο)και ο Βάϊος εκνεβρίστικε και κάρφοσε τον γάηδαρο με τιν αξάλη στο ένα καπούλη. Καταλαβένετε ο γάηδαρος δεν είναι o όνος αλά ο Βάϊος. Άνεφ πολόν σκέψεον καταλαβένη κανής ότι το κεφάλη δεν έχη μιαλό αλά κολοκιθόσπορο. Απαγορεύετε να ξαναγίνη εκ νέου τέτιο απαράδεκτο η παράμιο πράγμα.

3)Πήγα στο μαγαζη για κάφε και από έξο βρομούσε κατρουλιό. Απαγερεύετε να κατουράτε, έξω στον τίχο του μαγαζιού·

4) Απαγορεύετε το βρισίδιν το φονασκίν και εντός του καφενίου το ανεμίζιν διότι είναι χιμόνας, και εσθάνετε τις αποφορά από τι βρόμα. Όστις επιθιμή να ανεμιστή να εξέρχετε έξοθεν του καφενίου.

5) Ίδα πολές γυνέκες να πιάνουν τη σιγγούνα μετά του υποκαμίσου να το τραβούν πρότα έμπροσθεν να ανίγουν τα πόδια και να ουρούν ορθίος. Το τιούτον είναι απαράδεκτο και πρέπη άνεφ χρονοτριβίς να τις βρακόσετε άπαξ και διαπαντός.

6) Όταν λίαν προΐαν πάτε τα γελάδια στο γελαδάρη και γιρίζοντας πρέπη ανιπερθέτος να μαζέβετε τις βονιές των ζώον από το δρόμο, το ίδιο να κάνετε και το βράδη διότι δεν έχη που να πατίση όστις βαδίζη εις τας οδούς του χωρίου. Και έκτος του τιούτου σας χριάζοντε αι βονιές να ζεστένεστε στο μπουχαρί το χιμόνα με τα κρία.

7) Σε. κάθε πανιγίρι αποκριές Πάσχα και γάμους που βαδίζη καλοντιμένος ο κόσμος και πάι στην Εκλισία και μετά χορέβη στο σιργιάνια και στους γάμους πρέπη άπαντα τα σκυλιά να είναι δεμένα δια χονδρόν αλισίδεον και σχινίον προς αποφιγίν ατιχιμάτων εκ τον σκιλοδακομάτων.

8) Να μίν πίνετε πολί ινοπνευματόδη ποτά τσίπουρα και ίνους και μετά ξερνοβολάτε και κάνετε χαζαμάρες.

9) Να τιρίσετε άνεφ αντιρίσεος και χρονοτριβής την άνοθεν τάφτην διαταγήν μου άνθροπη σκύλη και γινέκες διότι όπιος συληφθή παραβάτις θα τον σιλάβο θα τον κλίσο στο σχολίο και αλίμονο του θα τον ταράξο και θα τον μαβρίσο στο ξίλο

Να με σινχορίτε αν έκανα κάπιο σιντακτικό λάθος καθότι τελίοσα και εγώ την τρίτη του Δημοτικού σχολίου διότι δεν με έστιλε ο πατέρας μου από το χωρίον στιv Λάρισσαν για να μάθο περισότερα γράματα Σαν γκαραγκούνις που είμε και εγώ καταλαβένετε άπαντες τας γραφάς μου τας οπίας θέλετε δεν θέλετε θα τας τίρισετε ανιπερθέτος.

Εν Ματαράγκα τη 8η Δεκεμβρίου 1907

Ο Διοικητής του Χωρίου
Νικόλαος Παπάκωνσταντινου
Υπονωμοταρχης



Ακριβές αντίγραφον του ευρισκομένου
πρωτοτύπου εις χείρας του Λαρισσαίου
Κων/νου Παπαθανασίου

10 ευρώ για μία ώρα...!" Γράφει ο Γεώργιος Σ. Κανταρτζής

"Ένας άνδρας έφτασε στο σπίτι του, ύστερα από μια κουραστική μέρα στη δουλειά του. ΄Ηταν αγχωμένος και εκνευρισμένος. Τον περίμενε ο γιος του στην πόρτα.
-Πατέρα, του είπε, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;
- Και, βέβαια, απάντησε ο πατέρας. Και ποιο είναι το ερώτημα σου;
_Πόσα χρήματα κερδίζεις σε μια ώρα, πατέρα;
- Αυτή δεν είναι η δουλειά σου! Γιατί...
κάνεις αυτήν την ερώτηση.
- Α, να, απλώς θέλω να το γνωρίζω. Παρακαλώ πες μου, πόσα κερδίζεις την ώρα
- Αφού επιμένεις, να, κερδίζω 10 ευρώ την ώρα.
Πολύ καλά, είπε ο μικρούλης, με το κεφάλι σκυφτό. Μετά, κοιτάζοντας στα μάτια, του είπε: Μπαμπά, μπορείς να μου δανείσεις 5 ευρώ;
Ο πατέρας ενοχλήθηκε. «Αν, θέλεις να μάθεις τα πόσα παίρνω, ώστε να δανειστείς 5 ευρώ, για να πάρεις κάποιο ανόητο παιχνίδι, τότε ξεκουμπίσου αμέσως στο δωμάτιό σου και σκέψου για την ιδιοτέλειά και εγωισμό σου. Κι εκτός απ’ αυτό, τα παιδιά των 6 χρόνων δεν χρειάζονται χρήματα. Δουλεύω πολλές ώρες και σκληρά κάθε μέρα για να κερδίσω χρήματα για σένα και τη μαμά για να μη στερηθείτε τίποτα. Δεν έχω χρόνο να μιλώ μαζί σου, για να σου δανείσω χρήματα».
Το παιδί έφυγε σιωπηλό και πήγε στο δωμάτιο του.
΄Υστερα από μια ώρα, ο πατέρας ηρέμησε και κατάλαβε ότι μίλησε σκληρά στο παιδί του. ΄Ισως είχε κάποιο σοβαρό λόγο να ζητήσει 5 ευρώ ο γιος του, κάτι που ποτέ άλλοτε δεν το έκανε. Πήγε να δει το παιδί του.
Το παιδί τον δέχτηκε με χαρά. «Παιδί μου, του είπε, νομίζω σου φέρθηκα σκληρά πριν από λίγο. Ξέρεις σήμερα είχα μια δύσκολη μέρα. Δούλεψα σκληρά και ξέσπασα τα νεύρα μου πάνω σου. Να τα 5 ευρώ που μου ζήτησες».
Το παιδί σηκώθηκε και μ’ ένα βλέμμα ακτινοβόλο, είπε: «Σ’ ευχαριστώ πατέρα!». Κατόπι σήκωσε το μαξιλάρι του, όπου είχε φυλαγμένα μερικά ευρώ. Ο πατέρας βλέποντας ότι το παιδί είχε χρήματα, θύμωσε πάλι. Το παιδί άρχισε να μέτρα τα χρήματα.
« Γιατί ήθελες κι άλλα χρήματα, αφού είχες», είπε ο πατέρας ενοχλημένος.
«Γιατί δεν είχα αρκετά αλλά τώρα έχω», είπε το αγόρι.
«Για ποιο σκοπό;», ρώτησε ο πατέρας.
« Μπαμπά, έχω τώρα 10 ευρώ. Μπορώ ν’ αγοράσω μια ώρα από το χρόνο σου;!»

Αυτή η ιστοριούλα, πραγματική ή φανταστική, κρύβει μια αλήθεια. Ο πατέρας, και αρκετές φορές η μητέρα, δουλεύουν ακόμη και υπερωρίες για να κερδίσουν περισσότερα χρήματα, ώστε να μη λείψει τίποτε στα παιδιά τους.
Τους διαφεύγει όμως το γεγονός ότι, τα βλαστάριά τους, περισσότερο απ’ όλα τα υλικά αγαθά, έχουν ανάγκη τη στοργή τους, τη συντροφιά τους. Μοχθούν για να εξασφαλίσουν το κάθε τι για τα παιδιά τους αλλά στο τέλος, τα χάνουν, γιατί μπλέκονται με κακές παρέες και πέφτουν θύματα των ναρκωτικών ή του αλκοόλ και χάνουν την ψυχή τους. ΄Ασοφοι είναι οι γονείς, που κάνουν μεν επένδυση στα παιδιά σας, σε σπίτια, περιουσίες, σε μόρφωση…, όσο καλά κι αν είναι στη θέση τους, αλλά δεν τα κληρονομούν ηθικές αρχές και πνευματικές αξίες, που πηγάζουν από τη χριστιανική πίστη.
Η ολοένα εγκατάλειψη των αρχών του Ευαγγελίου, η έλλειψη πειθαρχίας, η εκκοσμίκευση της οικογένειας και κοινωνίας έχουν ως συνέπεια τη ζουγκλοποίηση της κοινωνίας μας. Σήμερα θερίζουμε τους πικρούς καρπούς της αποστασίας και απομάκρυνσης του ανθρώπου από το Θεό. Αν δεν αφυπνιστούμε τώρα και στραφούμε στο Θεό, η καταστροφή μας είναι αναπόφευκτη.

Γράφει ο Γεώργιος Σ. Κανταρτζής



Οι φιλίες

Έχω παρατηρήσει πολλές φορές, αλλόκοτες φιλίες με τα ανθρώπινα κριτήρια, που φαίνονται όμως φυσιολογικές στα άλογα ζώα. Μιλάμε για την έχθρα του σκύλου και της γάτας, και πολλάκις έχω δει να κοιμούνται αγκαλιά ή να τρώνε μαζί, ακόμα και σκύλα να θηλάζει γατάκια και το αντίστροφο. Που είναι λοιπόν η έχθρα; Μα στο μυαλό του ανθρώπου.
Στο διαδίκτυο υπάρχουν χιλιάδες ταινιούλες (βιντεάκια στα Ελληνικά), με συμπεριφορές ζώων, που δείχνουν μεγαλοσύνη που όσο περνούν τα χρόνια εκλείπει από τον άνθρωπο. Είδα λέοντα να εκφράζει ευγνωμοσύνη αγαλλιάζοντας τον ευεργέτη του, είδα γάτα να κοιμάται αγκαλιά με ποντικό και με σπουργίτι, είδα φιλία χελώνας και ιπποπόταμου ακόμα αιλουροειδές να προστατεύει και θηλάζει πιθηκάκι και ένα σωρό άλλα.
Τα γράφω αυτά με αφορμή μια φιλία που διαπιστώνω να εξελίσσεται, η οποία με κάνει και αναρωτιέμαι. Τα κοράκια είναι μονογαμικά πτηνά, ζουν σε κοινότητες μια εφαρμόζουν νόμους, όταν κάποιου ψοφήσει το ταίρι, το εναπομένον δεν κυνηγά πλέον, και η κοινότητα φροντίζει να του παρέχει τροφή. Για αυτόν τον λόγο θα δούμε πάντα, τα κοράκια να πετούν και να δρουν ομαδικά σε ζυγό αριθμό.
Όταν εγκαταστάθηκε ο Ρόκυ, στην αυλή του Πυθαγόρα, μικρό κουταβάκι, μόλις κατέβαιναν σπουργίτια στο φαγητό του, διαμαρτυρόταν και τα έδιωχνε. Όταν κατέβαινε ένα κοράκι, περιέργως μοναχικό, κρυβόταν στο σπιτάκι του, υπέθετα από φόβο. Όποτε αντιλαμβανόμουν τέτοια κατάσταση, πλησίαζα και το κοράκι έφευγε. Μια φορά που έμπλεξε το λουρί του κουταβιού, ήταν σε απόσταση 60 με 70 πόντους από το πιάτο με το φαγητό, και ο κόρακας έτρωγε ανετότατος, και ο Ρόκυ τον μύριζε σιωπηλά.
Ο Ρόκυ μεγαλώνει, επήρε την θέση του, έξω από τον φράκτη με θέα την θάλασσα, και ευρύ πεδίο κυκλοφορίας. Χρησιμοποιεί πλέον τις εγκαταστάσεις που υπάρχουν γι’ αυτό τον λόγο. Στα πιάτα του εκτός από τις συνηθισμένες τροφές, ότι περισσεύει δηλαδή και καμιά κονσέρβα, άρχισε να τρώει και ξηρά τροφή, (γαριδάκια). Επειδή είναι φιλόξενος, και το φαγητό του περισσεύει, δεν διαμαρτύρεται καθόλου όταν άλλα ζώα περνούν και καταναλώνουν τα περισσεύματα. Όταν όμως του βάλω ξηρά τροφή, ανεξάρτητα από την ποσότητα, αφήνει μια μερίδα περίπου 7-8 κομμάτια, και την γαυγίζει με ένα ιδιαίτερο τρόπο. Με παραξένεψε επειδή ήταν επίμονο το γαύγισμα του, παρακολούθησα να δω τι κάνει. Κάποια φορά λοιπόν από τις πολλές, κατέβηκε ένας κόρακας, (περιέργως μοναχικός), και υπέθεσα πως είναι παλιός τους γνώριμος, γιατί του έκανε χαρές. Έκπληκτος είδα το θέαμα αυτό να επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, και αναρωτήθηκα, μήπως βρισκόμαστε σε μια ανάπτυξη φιλίας από αυτές που το ανθρώπινο μυαλό δεν χωρά; Ο καιρός θα μας δείξει.

Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

ΜΠΙΚΑΚΗΣ. ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΑΕΤΟΥ

Ο δυνατός

Μια φιλία από εκείνες που δημιουργεί η κοινή υπηρεσία στον στρατό, έδεσε τα δύο παλικαράκια, που εκλήθησαν μαζί να κάνουν θητεία. Ελάχιστα κοινά χαρακτηριστικά διέθεταν, παρά ταύτα υπηρέτησαν μαζί από το κέντρο νεοσυλλέκτων μέχρι την απόλυση τους, τριάντα μήνες εκ των οποίων τους εννέα μοιραζόντουσαν το ίδιο αντίσκηνο, ήταν η εποχή της επιστράτευσης.
Ο Θανάσης, νησιώτης, ζωηρός έξυπνος και εφευρετικός, παίνευε συνέχεια το νησί του στον Μιχάλη, ο οποίος ήταν Αθηναίος, από την Καισαριανή και αριστερών κοινωνικών φρονημάτων, όπως τους χαρακτήρισαν τους κουμουνιστές τότε, με προϊστορία σε κρατητήρια και φυλακές, αλλά και αμετανόητος.
Ατέλειωτες οι συζητήσεις που κάνανε, αφορούσαν την ύπαρξη ή μη του Θεού, και ο Θανάσης καμάρωνε που στο νησί του υπήρχαν 36 μοναστήρια και 700 εκκλησίες, για να τσιγκλάει τον Μιχάλη που δεν ήθελε να ακούει τέτοιες κουβέντες.
Ήρθε η απόλυση και χωριστήκαν, αλλάξανε διευθύνσεις, για να ανταμώσουν όποτε μπορέσουν, αλλά πριν περάσει ένας χρόνος ξεχαστήκαν.
Ο Θανάσης ήταν μοναχοπαίδι, ήρθε αμέσως στο νησί του, βρήκε την κοπελιά του, την Ερατώ, την ζήτησε από τον πατέρα της, που είχε άλλες πέντε θυγατέρες, και με την ευχή του παντρευτήκανε πριν κλείσει ο χρόνος. Όταν η Ερατώ προσελήφθη από την Εθνική, μετακόμισαν στην Αθήνα, και εκεί κατέθεσε χαρτιά να προσληφτεί και αυτός. Δυναμικός ο Θανάσης δεν καθόταν λεπτό, το κυνήγι του μεροκάματου, δεν τον τρόμαζε. Έτσι ανακάλυψε στα επαγγέλματα που άλλαζε πως είχε ταλέντο στα σουβλάκια, ψήσιμο και σερβίρισμα, και με το χαμόγελο που ποτέ δεν έλειπε από τα χείλη του, έγινε απαραίτητος στ’ αφεντικό του.
Όταν ήρθε ο διορισμός στην τράπεζα, δεν σκέφτηκε στιγμή να σταματήσει τα σουβλάκια. Ο μισθός της τράπεζας ήταν 3500 δραχμές, και το μεροκάματο στα σουβλάκια 600, τεράστια η διαφορά, αλλά διορατικός έβλεπε πως τα σουβλάκια δεν θα ήταν για πάντα. Με οικονομία ζούσε το ζευγάρι που στο μεταξύ είχε αποκτήσει τρία αγόρια, στέλνοντας χρήματα και αγοράζοντας κτήματα στο νησί. Το όνειρο κα των δύο ήταν να γυρίσουν πίσω, η Αθήνα δεν τους άρεσε. Μαθημένοι να βλέπουν από όποιο σημείο του νησιού θάλασσα, πνιγόντουσαν στην πολύβουη πολιτεία.
Τα σουβλάκια με την πάροδο του χρόνου παραχωρούσαν την θέση του στα Τοστ, και τα Χάμπουργκερ, οι πιτσαρίες πλήθαιναν, και ο Θανάσης σκέφτηκε πως ήταν ώρα να γυρίσουν στο νησί. Αποδοτικοί και οι δύο ως υπάλληλοι, δεν βρήκαν δυσκολίες και αντιρρήσεις από τους αρμοδίους της τράπεζας όταν ζήτησαν να μετατεθούν στο νησί τους, όπου η Εθνική είχε τρία υποκαταστήματα. Και μετατέθηκαν.
Ο ρυθμός της ζωής τους, δεν άλλαξε καθόλου. Τώρα ήταν τα κτήματα που τους απορροφούσαν το όποιο ελεύθερο χρόνο διέθεταν. Πουλάγανε κρασί, και λάδι και αποταμίευαν χρήματα, φτιάξανε σπίτι και εξοχικό, τα αγόρια τους ευτυχισμένα και χαρούμενα μεγάλωναν συναγωνίζονταν τους γονείς τους στην εργατικότητα. Ήταν μια υγιής οικογένεια, από αυτές που σπάνια υπάρχουν στην εποχή μας, φρόντιζαν τους παππούδες που ανήμποροι για εργασία και η σύνταξη τους λιγοστή, και είχαν παντού τις καλλίτερες κριτικές.
Στην τράπεζα ο Θανάσης εργαζότανε στο ταμείο, ενώ η Ερατώ ασχολιόταν με την διεκπεραίωση των δανείων.
Κάποιο πρωί από τα πολλά στο ταμείο του Θανάση, στάθηκε για συναλλαγή, ένας καλόγερος. Είδε το επώνυμο στο χαρτί ο Θανάσης, αλλά το όνομα Ιλαρίων τον μπέρδεψε. Σήκωσε το κεφάλι του να δει καλλίτερα, και ο καλόγερος του είπε, «ναι Θανάση εγώ είμαι, όσο και αν σου φαίνεται περίεργο»,
-Μιχάλη που βρίσκεσαι;
-Όπως βλέπεις στο νησί σου, εξυπηρέτησε με όμως διότι οι άνθρωποι στην ουρά περιμένουν,
-ναι στο νησί μα πού;
-σε κάποιο από τα πολλά μοναστήρια, αν ψάξεις θα με βρεις.
Τον εξυπηρέτησε, και ο Ιλαρίων έφυγε χωρίς να χρονοτριβεί. Διέθετε ένα παλιό αυτοκίνητο μπήκε μέσα και γύρισε στο ησυχαστήριο του. Ένα μικρό παλιό μοναστήρι στην δυτική μεριά του νησιού, αρκετά απομονωμένο, σε ένα βράχο χτισμένο, από κάτω φαινότανε η θάλασσα να χτυπά τα βράχια αδιάκοπα, και να παίζει εκείνη την μονότονη μουσική, που μόνο οι μοναχικοί άνθρωποι καταλαβαίνουν τις νότες της. Ο δρόμος βατός μεν, αλλά και σε πολλά σημεία επικίνδυνος, τόσο, όσο, για να γκρεμοτσακιστεί στα βράχια ο απρόσεκτος οδηγός.
Σε αυτό το μοναστήρι είχε αράξει ο Μιχάλης, ο μετονομασθείς Ιλαρίων, αφού γρήγορα σιχάθηκε τα κομματικά και άλλα πολιτικά παιχνίδια, που τον θέλανε πάντα υποχείριο κάποιων αφεντικών, οι οποίοι απλά κάθε φορά αλλάζανε όνομα.
Μετά από ένα ταξίδι αναζήτησης στο Άγιο Όρος, ήρθε συστημένος σε αυτόν τον τόπο να ασκητέψει και να βοηθήσει τον γέροντα που ζούσε μονάχος εκεί. Με την προτροπή του γέροντα του, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, και διακονούσε το μοναστήρι αυτό. Φρόντιζε τους κήπους και τα περβόλια, μαγείρευε έκτιζε άσπριζε και γενικά έκανε όλες τις δουλειές που απαιτούνται για να συντηρείται το ησυχαστήριο αυτό. Οι προσκυνητές ελάχιστοι, και όσοι ερχόντουσαν, πάντα ήταν προβληματισμένοι και αναζητούσαν λύση και καταφύγιο στην Εκκλησία.
Μια Δευτέρα απόγευμα, μετά τον εσπερινό, και ενώ κουβέντιαζε ο Ιλαρίων με τον Γέροντα, ακούστηκε στον δρόμο να ανεβαίνει αυτοκίνητο. Σηκώθηκε για την υποδοχή ο Ιλαρίων, αλλά ο Γέροντας του είπε να κάτσει κάτω.
-αυτός που ήρθε διψάει, και πάει στην πηγή, δεν αλλάζει η πηγή ροή να βρει τον διψασμένο.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από την πύλη, κατέβηκαν ο Θανάσης με την Ερατώ, και προχώρησαν μέσα. Κοιτώντας ερευνητικά, έψαχναν να βρουν τον ναό ή ανθρώπους. Και όταν εντόπισαν τους δυο Μοναχούς, ετάχυναν το βήμα τους προς τα εκεί.
-καλησπέρα σας
-καλώς ορίσατε, μίλησε σιγανά ο Γέροντας, -ο Θεός Μαζί σας.
-καλώς κακώς σας βρήκαμε, είπε ο Θανάσης, και στρεφόμενος στον Ιλαρίωνα συνέχισε –Μιχάλη να σου γνωρίσω την γυναίκα μου, την Ερατώ.
-άκου Παλικάρι μου, είναι αγένεια να βρίσκεσαι εδώ και να απευθύνεις τον λόγο στον Ιλαρίωνα, όταν παραβρίσκομαι εγώ. Συστήθηκες; Ποιος είσαι; Τι θέλεις; Που νομίζεις ότι βρίσκεσαι; Είσαι πολύ υψηλόφρων και το τέλος σου δεν θα είναι καλό!
Άναυδος έμεινε ο Μιχάλης, είχε ψάξει πολύ, είχε ρωτήσει πολλούς για να μάθει που κρύβεται ο παλιός του φίλος, και ήρθε εδώ με λαχτάρα να τον δει, να το σφίξει στην αγκαλιά του, να τον ρωτήσει πως κατέληξε στη καλογερική, αυτός ο κουμουνιστής. Η υποδοχή τον απογοήτευσε, του έκοψε τα πόδια, κοίταξε την γυναίκα του, και εκείνη ψιθύρισε, «πάμε να φύγουμε». Αλλά αυτός ήταν από εκείνους που δεν το βάζουν κάτω.
-άκου Παπά, εγώ είμαι στην τράπεζα και ήρθα να σου προσφέρω τον τρόπο να φτιάξεις το ρημάδι που μένετε, χάρη στον φίλο μου τον Μιχάλη, θα σας εντάξω σε πρόγραμμα και θα τα φροντίσω όλα, και τότε θα καταλάβεις ποιος είμαι.
-ο Μιχάλης που ξέρεις πέθανε εδώ και πολλά χρόνια, τώρα είναι ο πατήρ Ιλαρίων, και μόνο έτσι σου επιτρέπεται να μιλάς σε αυτόν, σήκω και φύγε και όταν συνετισθείς και ταπεινώσεις λίγο το φρόνημα σου, πριν στο ταπεινώσει ο Θεός έλα πάλι, και αν ζω θα τα ξαναπούμε. Η τράπεζα σου δεν μας ενδιαφέρει καθόλου, επειδή έχουμε την Δική μας Τράπεζα που είναι Αγία, άντε στην ευχή του Θεού.
Αφού τον τράβαγε η Ερατώ από το χέρι, έκανε προς τα πίσω ο Θανάσης, που ένιωθε εξαιρετικά προσβεβλημένος. Μπήκε στο αμάξι μουρμουρίζοντας
-ποιός θαρρεί πως είναι; Δεν βλέπει τα τρύπια του παπούτσια; Δεν βλέπει τα ερείπια γύρω του; Εγώ να βοηθήσω θέλω!
Δεν ξανανέβηκε στο ησυχαστήριο ο Θανάση από τότε, και ο Ιλαρίων προτιμούσε άλλο υποκατάστημα για να μην ανταμώσουν. Ο Γέροντας κοιμήθηκε και έμεινε το μοναστηράκι στα χέρια του Ιλαρίωνα. Εν τω μεταξύ ο Θανάσης πρόκοβε συνέχεια, πάντα νόμιμα, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Έφτασε ο καιρός που μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα, με την προϋπόθεση πως ένα μέλος της οικογενείας θα προσλαμβανότανε στην θέση του. Αυτό ήταν πάγια τακτική σε όλες σχεδόν τις τράπεζες.
Αφού το σκέφτηκαν καλά με την Ερατώ, αποφασίσανε να πάρουν αυτήν την πρόωρη σύνταξη που δεν είναι ευκαταφρόνητη, να ζήσουν την ζωή τους που στα νιάτα τους οι πολλές ασχολίες και η φροντίδα να δημιουργήσουν περιουσία δεν χαρήκαν. Να παίξουν με τα εγγόνια τους, να ταξιδέψουν σε μέρη άγνωστα, να φάνε να πιούν και χορέψουν.
Δεν αργούν οι διαδικασίες στις τράπεζες, έτσι γρήγορα βρεθήκαν να είναι συνταξιούχοι, αν και σχετικά νέοι, μόλις περνούσαν τα πενήντα. Και ο Θανάση ο δυνατός, έβλεπε τον κόσμο και την ζωή να του γελά πλουσιοπάροχα. Είχε δύο παιδιά παντρεμένα, πέντε εγγόνια, αλλά και την φροντίδα των γονέων του και των πεθερικών του, που με πολύ στοργή και αγάπη φρόντιζε, όλοι ή σχεδόν όλοι, φίλοι και γνωστοί στον Θανάση προσέτρεχαν.
Η πρώτη αναποδιά ήρθε όταν ανακοινώθηκε από την τράπεζα πως το προνόμιο της αντικατάστασης από την ίδια οικογένεια του προσωπικού καταργείται. Ενώ λογάριαζε πως θα βολευότανε το τρίτο του αγόρι, δεν έγινε.
Δυνατός ο Θανάσης, είχε την λύση
-δεν πειράζει θα πάρεις τα κτήματα να γίνει παραγωγός κηπευτικών.
Και ξέχασε την σύνταξη για λίγο να οργανώσει μαζί με τον μικρό τις καλλιέργειες. Άρχισε η ετοιμασία του χωραφιού, σκάφτηκε, οργώθηκε αρδεύτηκε και σπάρθηκε καλαμπόκι. Όταν τα πρώτα φυντάνια φύτρωσαν, ήρθε η δεύτερη αναποδιά. Ένα πρωινό οι μπουλντόζες και τα σκαφτικά της νομαρχίας συνεχίζοντας την διάνοιξη του επαρχιακού δρόμου, περνούσαν μέσα από τα χωράφια του. Δυνατός ο Θανάσης, διαμαρτυρήθηκε έτρεξε φώναξε, αλλά η υπόθεση είχε τελειώσει.
Είχαν γίνει ενστάσεις είχαν εκδικαστεί, είχαν τελεσιδικίσει και είχαν καταβληθεί οι αποζημιώσεις από τις απαλλοτριώσεις. Αυτός παρότι είχε πάρει χαμπάρι τι γίνεται, αμελούσε σκόπιμα για να μη νομιμοποιήσει την υπόθεση, η νομαρχία όμως κατάθεσε στο παρακαταθηκών και δανείων την αποζημίωση. Αυτήν φορά κλονίστηκε λίγο ο δυνατός Θανάσης.
Στεναχωρήθηκε αλλά τι μπορούσε να κάνει, δεν ήθελε να δείξει πως δεν μπορεί να νικήσει την κάθε δυσκολία. Έπρεπε να διατηρήσει την φήμη του ως δυνατού. Αλλά όλα τα πράγματα και οι καταστάσεις έχουν σκαμπανεβάσματα. Ο Θανάσης μέχρι τώρα μόνο νικούσε, και νόμιζε και διαλαλούσε πως είναι γεννημένος για νικητής. Ο μόνος άνθρωπος που καταλάβαινε το δράμα του, ήταν η Ερατώ.
-Θανάση έλεγε, να φέρουμε ένα Παπά να μας κάνει αγιασμό,
-παράταμε με τους παπάδες σου, θυμάσαι τον γέρο πως μας μίλησε.
Σχεδιάζανε ένα ταξίδι το ζευγάρι, να πάνε σε εξωτικό τόπο να ξεχαστούν για λίγο, όταν μια αδιαθεσία της Ερατώς, του οδήγησε στο νοσοκομείο, και η διάγνωση τρομαχτική «λευχαιμία». Ήρθανε τα πάνω κάτω.
Συναγερμός σε όλη την οικογένεια, και ο Θανάσης δυνατός και μπροστάρης και αυτήν την φορά, αλλά η καρδιά του το ήξερε. Και αρχίσανε τα ταξίδια, στην Αθήνα και τα ραντεβού με τους γιατρούς, οι χημειοθεραπείες υποχρεωτικές. Η αγωνία μεγάλη. Η μεταστροφή στην εκκλησία και 180 μοιρών. Οι προσευχές και οι παρακλήσεις συνεχείς.
Κάποια από τις φορές που γυρίζανε στο νησί, μέχρι την επόμενη αναχώρηση για να συνεχίσει η θεραπεία, ο Θανάσης, πήρε το αυτοκίνητο και ανέβηκε στο ησυχαστήριο του Ιλαρίωνα. Εκείνος όταν άκουσε το ήχο του αμαξιού σταμάτησε το σκάψιμο, και βγήκε να υποδεχθεί το επισκέπτη του.
-καλώς τον ε καλώς τον!
-καλημέρα Μιχάλη, συγνώμη παπά αλλά Μιχάλη σε ξέρω
-όπως και να με ξέρεις, λίγη σημασία έχει, αυτό που με ενδιαφέρει είναι ο λόγος που βρίσκεσαι εδώ
-ξέρεις η Ερατώ. . .
-ξέρω, ξέρω αλλά άργησες να έρθεις, πάμε μέσα
Πέρασαν στο Ναό και ο Ιλαρίων μπαίνοντας στο Άγιο Βήμα έφερε μαζί του μια εικόνα μικρή, του Προφήτη Ηλία.
-αυτήν την άφησε ο Γέροντας πριν κοιμηθεί, για σένα, είπε να την βάλεις κάτω από το μαξιλάρι της γυναίκας σου, γι’ αυτό σε περίμενα, ήξερα πως θα έρθεις.
Γονάτισε τότε ο Μιχάλης και ξέσπασε σε λυγμούς, ο δυνατός, έκλεγε σαν μικρό παιδί, ο Ιλαρίων τότε είπε
-κάνε προσευχή, εγώ πάω έξω γιατί κάποιο μηχανάκι ανεβαίνει, να δω τι είναι, κάνε προσευχή και κλάψε, κανένας δεν είναι τόσο δυνατός όσο νομίζει.
Ένας νεαρός κατάφερε και ανέβηκε μέχρι εδώ οδηγώντας ένα μηχανάκι, το δέχθηκε ο Ιλαρίων όπως συνήθιζε.
-έλα καλώς τον ε έλα,
-πάτερ, είπε ο νεαρός, -είναι εδώ ο πατέρας μου;
Πριν προλάβει να απαντήσει βγήκε από το ναό ο Θανάσης, με τα μάτια πρησμένα, και μη μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα του.
Ο Ιλαρίων με ήρεμη φωνή, αλλά σε τόνο που δεν σήκωνε καμία αντίρρηση, στράφηκε στον νεαρό.
-βάλε παιδάκι μου το μοτοσακό σου, στο υπόστεγο από κάτω, και πάρε τον πατέρα σου σπίτι, και μην πεις πουθενά πως τον είδες κλαμένο, έπειτα στρεφόμενος στο Θανάση, -την άλλη φορά να έρθεις με την Ερατώ μαζί.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο, και οδηγώντας ο νεαρός φτάσανε σπίτι τους. σε λίγες ημέρες, έφυγαν για την Αθήνα που περίμεναν οι γιατροί για μια ακόμα σειρά από χημειοθεραπείες. Έβαλε κάτω από το μαξιλάρι την εικόνα ο Θανάσης, αφού είχε αφηγηθεί στη Ερατώ, τα διατρέξαντα στο Ησυχαστήριο του Ιλαρίωνα. Η ανταπόκριση αυτή την φορά του οργανισμού ήταν απρόσμενα θετική, η διάθεση και των δύο πολύ αισιόδοξη. Αποφασίσανε μόλις γυρίσουν να ανέβουν αμέσως στο μοναστήρι, να ευχαριστήσουν τον Ιλαρίωνα.
Πράγματι μόλις επέστρεψαν στο νησί, φόρτωσαν το αυτοκίνητο ένα σωρό προμήθειες που τις νόμιζαν χρήσιμες για τον καλόγερο. Πήραν και το παιδί μαζί τους, για να κατεβάσει το μοτοσακό που ήταν ακόμα στο ησυχαστήριο.
Ακούγοντας ο Ιλαρίων τον θόρυβο του αυτοκινήτου, σταμάτησε το πότισμα, και κοίταξε στην πόρτα. Ο Θανάσης με τον γιό του, άνοιξαν το πορτμπαγκάζ και άρχισαν να ξεφορτώνουν τις τσάντες.
-σταματήστε, τι κουβαλάτε; Τι είναι αυτά; Φώναξε ο Ιλαρίων θυμωμένα
-παπά, είναι για σένα προμήθειες, είπε ο Θανάσης
-δεν παρήγγειλα τίποτα, ότι θέλω το έχω, πάρετε τα πίσω.
-και εσύ στριμμένος σαν το γέρο, εγώ δεν τα παίρνω πίσω και ότι θέλεις κάντα
-πάρτα γιατί θα τα πετάξω στην θάλασσα
-πέτα τα, εγώ πίσω δεν τα παίρνω. Και άφησε τις τσάντες με τις προμήθειες στον τοίχο δίπλα από την πόρτα.
Μπήκε δειλά το παιδί μέσα, -πάτερ να πάρω το μηχανάκι μου;
-πάρετο παιδί μου θα το χρειαστείς.
Ο Θανάσης με αυτήν την κίνηση, ένιωσε πάλι δυνατός, έκανε επιτόπου στροφή, χωρίς καθόλου η Ερατώ να κατέβει από το αμάξι, και πείρε την κατηφόρα, από πίσω ο γιός τους με το μοτοσακό του. Ο δρόμος κακός και ο Θανάσης νευριασμένος, δεν οδηγούσε ήρεμα. Σε κάποια από τις στροφές βλέπει να πέφτουν από το ησυχαστήριο στην θάλασσα οι τσάντες, νευριασμένος άρχισε να βλαστημά τον καλόγερο και την ξεροκεφαλιά του, όταν έχασε το έλεγχο του αμαξιού, και βρέθηκε να παίρνει τούμπες στο γκρεμό δίπλα στις σακούλες.
Το παιδί σοκαρισμένο κατέβηκε κάτω στην πόλη, ειδοποίησε το λιμενικό την αστυνομία, αλλά ήταν πλέον αργά, είχαν σκοτωθεί και οι δύο γονείς του μπροστά στα μάτια του.
Στην κηδεία του, ήρθαν πολλοί άνθρωποι, από όλο το νησί και οι αρχές του τόπου, διότι ήταν εξαιρετικά αγαπητός ο Θανάσης , αναρωτιόντουσαν όμως, πως και άφησε ο Ησυχαστής το μοναστήρι του, για να συμμετέχει στην κηδεία. Εκείνος όμως είχε μέσα του την αμφιβολία, ήτανε ατύχημα ή αυτοκτονία;

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Έκανα γκάφα

Επειδή αυτό τον καιρό, περνώ μια κρίση με το αναπνευστικό μου πρόβλημα, το απέδωσα στο ένστικτο του, πως καταλαβαίνει την αρρώστια μου και συμπαρίσταται. Το έχω ξαναζήσει αυτό, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος.

Αυτή τη παράγραφο την είχα γράψει σε προηγούμενη ανάρτηση που αφορούσε το Ρόκυ, το σκυλάκι μου που εξελίσσεται από ότι δείχνουν τα πράγματα σε φίρμα.
Φαίνεται πως ήτανε γκάφα η αναφορά στην κρίση του προβλήματος της υγείας μου, διότι ανησύχησαν κάποιοι από τους φίλους μου υπέρμετρα. Χρόνιο πρόβλημα είναι, που δεν ξέρεις πως θα ξημερώσεις κάθε μέρα. Αυτήν την χρονιά οι νοτιάδες κατά πρώτον λόγο, και ο αλλοπρόσαλλος υπόλοιπος καιρός δυσκόλεψαν τα πράγματα.
Αλλά σε κάθε περίπτωση, έτσι και σε αυτή αντλώ διδάγματα. Είχα κατά νου, μεγαλώνοντας ο σκύλος λίγο ακόμα, να του φορέσω φίμωτρο, να συνηθίσει με αυτό και να είναι ακίνδυνος για τις κότες της γειτονιάς.
Άλλαξα γνώμη 100%, όταν μου φόρεσε εμένα το φίμωτρο η γιάτρισα, και με καθήλωσε στην καρέκλα, να ακούω εκείνο το μονότονο ήχο του αναπνευστήρα, και να με παίρνει ο ύπνος. Τότε μετατρέπεται σε προβοσκίδα που φορούν οι πιλότοι των μαχητικών αεροσκαφών, και καταρρίπτω όλα τα τούρκικα που παραβιάζουν το FIR Αθηνών Πειραιώς και περιχώρων. Μέχρι που σημαίνει το χρονόμετρο και επανέρχομαι στην πραγματικότητα.
Μια άλλη γνώση που αποκόμισα από την κρίση αυτή, μπορεί να καταγραφεί και σε ιατρικές ανακοινώσεις, είναι η έξης! Όταν περνά ο ασθενής μακρόχρονο και δύσκολο επεισόδιο αναπνευστικής δυσλειτουργίας, τον πονάν τα καπούλια του. Μοιάζει απίθανο; Δεν είναι.
Δεν μπορεί να ξαπλώσει, δεν μπορεί να δουλέψει, άρα κάθεται σε μια καρέκλα, που όσο μαλακή και αν είναι τελικά πονάν τα καπούλια του, για να μην εκφραστώ λαϊκότερα.
Ας είναι, και αυτό μαζί με τα υπόλοιπα στην ιστορία, απόψε ξάπλωσα στο κρεβάτι μετά από τέσσαρες εβδομάδες, και δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί κανείς. Τα καπούλια μου ηρέμησαν.
Μπορεί αυτό το διάστημα να απουσίαζα από τον Πυθαγόρα, (δεν χάθηκε δα και η Βενετιά για βελόνι) αλλά φρόντισα να απαντώ σε όλη την αλληλογραφία. Θέλω να ευχαριστήσω και δημόσια για την αγάπη και το ενδιαφέρον όλων των φίλων.
Εδώ είμαστε και (Ξανά προς την δόξα τραβά)! ! ! !

Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

Έκπληξη

Η ανταπόκριση που βρήκα στη τελευταία ανάρτηση, με θέμα την ηλικία, του ανθρώπου, υπήρξε απρόσμενα επικριτική. Έτσι επανέρχομαι στο ίδιο θέμα με διάθεση συμβιβασμού, και με λίγα λόγια ορίζω πως:
Παιδιά = μικρή και νεαρή ηλικία
Γονείς = μέση ηλικία
Παππούδες και γιαγιάδες = Τρίτη ηλικία (γέροντες)
Αυτά ανεξάρτητα με τα χρόνια που κουβαλά ο καθένας στην πλάτη του.
Και περιμένω τις υπόλοιπες αντιδράσεις, ελπίζω καλοπροαίρετα.

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Η ηλικία

Έλεγα κάποτε πως η ηλικίες του ανθρώπου είναι τρείς, ανήλικος, ενήλικος και καλά φαίνεσαι. Και το έγραφα ως έμμεση απάντηση σε κάποια καλή μας φίλη, που δεν της άρεσε η λέξη γέρος, που συχνά χρησιμοποιώ.
Επειδή εσχάτως είχα μια ακόμα υπόδειξη, την εβδόμη στην σειρά, και όλες από αγαπητές καθόλα Κυρίες, σκέφτηκα να αναλύσω λίγο το θέμα διεξοδικότερα, ε, και όποιον πάρει ο χάρος.
Η ηλικίες των ανθρώπων είναι ένα πολύπλοκο σύστημα μαθηματικών υπολογισμών. Παντρεύεται ας πούμε ένα ζευγάρι συμμαθητών, και μετά από πάροδο κάποιων χρόνων έχουν διαφορά ηλικίας διψήφια, είναι δυνατόν; Βεβαίως κατ’ επανάληψη.
Το γράφω αστειευόμενος, επειδή οι γυναίκες έχουν τον καημό του καλλωπισμού, που δυστυχώς μας το κόλλησαν και σε πολλές περιπτώσεις τις ξεπεράσαμε. Διαβάζω για προσθετικές μαλλιών, και αποτριχώσεις στήθους και εκπλήσσομαι πως υπάρχουν άνδρες που καταφεύγουν σε τέτοια τεχνάσματα.
Η ηλικία του ανθρώπου δεν έχει να κάνει με τα χρόνια. Ένας Αφγανός στα σαρανταπέντε του χρόνια θεωρείται υπέργηρος και σε καμία περίπτωση δεν δουλεύει, έχει εκτελέσει τον προορισμό του, έκανε καμιά δεκαριά αρσενικά παιδιά, για να υπάρχει συνέχεια. Σκοτώνουν οι επιδρομείς συνέχεια αλλά η φυλή συνεχίζεται, το ίδιο συμβαίνει στο Ιράκ, και παντού όπου υπάρχει πόλεμος και φτώχια. Κάνοντας πολλά παιδιά, έχουν υπολογίσει πως κάποια από αυτά δεν θα προλάβουν να ενηλικιωθούν, όμως κάνουν παιδιά.
Στην πατρίδα μας, στα σαράντα πέντε, βρίσκονται στην κορύφωση της ζωής τους αν δεν προσπαθούν ακόμα. Εδώ έχουμε ησυχία, ασφάλεια, και ευημερούμε. Έχουμε μακρόπνοα σχέδια, άρα δεν επιτρέπεται να γεράσεις. Θα σε ξεπεράσουν οι άλλοι κι αλλοίμονο σου. Είναι όμως οργανικά έτσι πλασμένος ο άνθρωπος.
Γνωρίζω περιπτώσεις που φιλενάδες κάτω των Σαράντα, η μία να έχει παιδιά στην εφηβεία και να αγωνιά για τις επιλογές τους, και η άλλη να τις φορτώνεται να διαλέξει το νυφικό της. Μπορεί κανείς να πεί ότι είναι συνομήλικες;
Σε άλλη περίπτωση, συνομήλικες βρέθηκαν να έχουν η μία εγγονή, που παντρεύτηκε το γιό της άλλης. Είναι συμπεθέρες; Πως χαρακτηρίζεται η σχέση τους;
Είναι πολλών λογιών αυτές οι καταστάσεις που η αλλοπρόσαλλη εποχή μας, μας έχει επιβάλει. Χάσαμε την κοινή λογική στον προσδιορισμό της ηλικίας μας σε σχέση με τον περίγυρο μας. Αγωνιζόμαστε για σύνταξη στα εξήντα και τώρα με τα νέα μέτρα που αυτή θα έρχεται στα 65 και 70 μας κακοφαίνεται. Αν είσαι ακμαίος στα 60 και θεωρείς αυτά μέση ηλικία γιατί συζητάς για σύνταξη; Περίμενε τα 80.
Ένας οικοδόμος όμως, σε αυτά τα χρόνια δεν αισθάνεται νέος, και ούτε κάνει όνειρα άλλα, εκτός από την σύνταξη του. Όχι ο εργολάβος, όχι ο μεσίτης, όχι ο οποιοσδήποτε εμπλεκόμενος με άλλους τρόπους στην οικοδομή, μόνο εκείνος ο χειρώναξ, που απόκαμε τόσα χρόνια στο βοριά και λιοπύρι. Αυτός αισθάνεται γέρος, αυτός ξεπλήρωσε το χρέος του, σκότωσε το κορμί του, προκειμένου κάποιοι άλλοι να μην γεράσουν. Αυτό ισχύει για όλους εκείνους που με τον κόπο, και το μόχθο εξασφάλισαν το ψωμί τους. αυτούς οι κυβερνώντες τους κατέταξαν στα βαρέα και ανθυγιεινά, και με την πάροδο των χρόνων, και με διάφορα κόλπα, συνετάχθησαν πλειάδα άλλων επαγγελματιών.
Ο γιατρός που αρχίζει να κτίζει καριέρα στα σαράντα, είναι φυσικό να μην γερνά, αργά αρχίζεις αργά τελειώνεις.
Τελειώνοντας, θα αναφέρω ένα δικό μου συμπέρασμα που δεν βρίσκει πάντα θετική ανταπόκριση. Η δική μας γενιά, εκείνη των εξηντάρηδων περίπου, λίγο πάνω λίγο κάτω, δεν έχει σημασία, είναι υπόλογη που δεν κάνει στην άκρη να περάσουν οι νεώτεροι, καταδικάζουμε την επόμενη γενιά στην στέρηση και την ανέχεια.
Ένας άνθρωπος των τριάντα δεν είναι παιδί.